SOEL logo

 

Κανονισμός επαγγελματικής δεοντολογίας

Φ.Ε.Κ. 364/B/7.5.1997

Το Εποπτικό Συμβούλιο του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, έχοντας υπόψη:

  • τις διατάξεις του άρθρου 9 του Π.Δ. 226/1992 (ΦΕΚ Α’ 120)
  • την από 26.4.1996 εισήγηση του κατ’ άρθρου 6 παρ. 4 του Π.Δ. 226/1992 Επιστημονικού Συμβουλίου
  • την από 17.4.1997 έγκριση της Γενικής Συνέλευσης του Σ.Ο.Ε.Λ.
  • το γεγονός ότι από τις διατάξεις αυτής της απόφασης δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του κρατικού προϋπολογισμού

αποφασίζει: Εκδίδει τον «Κανονισμό επαγγελματικής δεοντολογίας των μελών του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών», το κείμενο του οποίου έχει ως ακολούθως:

 

Ι. Γενικές Διατάξεις

Άρθρο 1 Σκοπός

  • Ο παρών Κανονισμός έχει ως σκοπό τη διασφάλιση της ποιότητας και διαφάνειας των παρεχόμενων από τους Ορκωτούς Ελεγκτές υπηρεσιών για την προστασία τόσο του ηθικού και επαγγελματικού κύρους του Σ.Ο.Ε.Λ. και των μελών του, όσο και των νόμιμων δικαιωμάτων του κάθε ελεγχόμενου ή τρίτου που χρησιμοποιεί προαιρετικά τις υπηρεσίες αυτές.
  • Για την επίτευξη του παραπάνω σκοπού, επιβάλλεται για κάθε Ορκωτό Ελεγκτή και κάθε άλλο μέλος του Σ.Ο.Ε.Λ. η τήρηση των παρακάτω γενικών αρχών και κανόνων, παράλληλα με τις ειδικότερες υποχρεώσεις του που απορρέουν από άλλες διατάξεις νόμων και οδηγιών του Σ.Ο.Ε.Λ., καθώς και από τις ειδικές διατάξεις του παρόντα Κανονισμού.

Σε κάθε περίπτωση, ο Ορκωτός Ελεγκτής και κάθε άλλο μέλος του Σ.Ο.Ε.Λ., οφείλει:

    • Να συμπεριφέρεται με αξιοπρέπεια έναντι των ελεγχομένων, των συναδέλφων μελών του Σ.Ο.Ε.Λ. και των μελών των θεσμοθετημένων οργάνων του Σ.Ο.Ε.Λ. και να διαβιώνει ως τίμιος και συνετός οικογενειάρχης.
    • Να μην αναλαμβάνει την οποιαδήποτε ανατιθέμενη σ’ αυτόν εργασία, αν δεν είναι βέβαιος ότι έχουν τηρηθεί όλες οι προϋποθέσεις και οι διαδικασίες που προβλέπονται από το νόμο, τον παρόντα Κανονισμό, τις αποφάσεις και οδηγίες του Εποπτικού Συμβουλίου, καθώς και τους εσωτερικούς κανόνες του ελεγκτικού φορέα του οποίου είναι μέλος.
    • Να παρέχει τις επαγγελματικές υπηρεσίες του και να προβαίνει στις επιβαλλόμενες γνωστοποιήσεις, με τρόπο αντικειμενικό, ακολουθώντας πάντοτε τα εγκεκριμένα από το Εποπτικό Συμβούλιο πρότυπα και οδηγίες.
    • Να τηρεί επιμελώς όλους τους κανόνες που διασφαλίζουν την ανεξαρτησία του έναντι των ελεγχόμενων.
    • Να μην χρησιμοποιεί την ιδιότητα του Ορκωτού Ελεγκτή για την εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων του ιδίου ή προσκείμενου σ’ αυτόν προσώπου.
    • Να μην αρνείται, να μην αναβάλλει ή εγκαταλείπει χωρίς δικαιολογημένο λόγο οποιαδήποτε ανατεθείσα σ’ αυτόν εργασία.
    • Να μην παρέχει ανακριβή ή παραπλανητικά στοιχεία και πληροφορίες σε ελεγχόμενους και τρίτους, καθώς και στα θεσμικά ή εντεταλμένα όργανα του Σ.Ο.Ε.Λ.
    • Να μην δυσφημεί, απειλεί, προσβάλλει ή εκβιάζει ελεγχόμενους, συναδέλφους, ελεγκτικούς φορείς ή όργανα του Σ.Ο.Ε.Λ.
    • Να μην ανταγωνίζεται με τρόπο αθέμιτο άλλα μέλη του Σ.Ο.Ε.Λ. ή ελεγκτικούς φορείς και να μην επιδιώκει την προσέλκυση ή διατήρηση εργασιών με μη διαφανή μέσα.
    • Να προστατεύει το κύρος του θεσμού του Σ.Ο.Ε.Λ. και των οργάνων του, καθώς και των αποφάσεων και οδηγιών του Εποπτικού Συμβουλίου και να μην συγκαλύπτει οποιαδήποτε παράβαση του παρόντος κανονισμού που περιήλθε σε γνώση του.

Άρθρο 2 Έκταση εφαρμογής και εννοιολογικοί προσδιορισμοί

  • Οι διατάξεις του παρόντος Κανονισμού διέπουν τους Ορκωτούς Ελεγκτές και εφαρμόζονται αναλόγως, τόσο για τα μέλη των διοικήσεων των ελεγκτικών φορέων, όσο και για τους Επίκουρους, του Δόκιμους και τους Ασκούμενους Ορκωτούς Ελεγκτές.
  • Για την εφαρμογή του παρόντος, οι παρακάτω όροι χρησιμοποιούνται με τις προσδιοριζόμενες έννοιες:
    • Μέλη του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών: είναι τα φυσικά πρόσωπα που είναι εγγεγραμμένα στα τηρούμενα από το Σ.Ο.Ε.Λ. μητρώα Ορκωτών Ελεγκτών, Επίκουρων, Δοκίμων και Ασκούμενων Ορκωτών Ελεγκτών.
    • Ελεγκτικός φορέας: είναι η κατά νόμο εταιρεία ή κοινοπραξία Ορκωτών Ελεγκτών, που είναι εγγεγραμμένη στο ειδικό μητρώο του Σ.Ο.Ε.Λ., σύμφωνα με την ισχύουσα κάθε φορά νομοθεσία.
    • Μέλη η ελεγκτικό προσωπικό του ελεγκτικού φορέα: είναι τα φυσικά πρόσωπα της περίπτωσης (α) της παρούσας παραγράφου, που παρέχουν τις υπηρεσίες τους κάτω από την επωνυμία του ελεγκτικού φορέα, συνεργαζόμενοι αποκλειστικά με αυτόν ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή με σχέση εξαρτημένης εργασίας.
      Οι εν ενεργεία μέτοχοι και εταίροι μιας εταιρείας ή τα μέλη μιας κοινοπραξίας συμπεριλαμβάνονται στα Μέλη ή στο ελεγκτικό προσωπικό του ελεγκτικού φορέα.
    • Βοηθοί του Ορκωτού Ελεγκτή: είναι κάθε μέλος ενός ελεγκτικού φορέα, ανεξάρτητα από τη βαθμίδα στην οποία ανήκει, το οποίο απασχολείται σε συγκεκριμένη εργασία για λογαριασμό και υπ’ ευθύνη του Ορκωτού Ελεγκτή στον οποίο ανατέθηκε η εκτέλεση της εργασίας αυτής.
    • Ελεγχόμενος: είναι κάθε οικονομική μονάδα που κατ’ επιταγή του νόμου πρέπει να υποβάλλει στον έλεγχο των Ορκωτών Ελεγκτών την οικονομική διαχείριση και τις οικονομικές καταστάσεις της. Για τους σκοπούς του παρόντος, ελεγχόμενος είναι και κάθε άλλο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει αναθέσει σε ελεγκτικό φορέα ή Ορκωτό Ελεγκτή οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική υπηρεσία ή εργασία που δεν είναι ασυμβίβαστη με το λειτούργημα του Ορκωτού Ελεγκτή.
    • Εντεταλμένο όργανο ποιοτικού ή δεοντολογικού ελέγχου: είναι κάθε μέλος του Εποπτικού ή του Επιστημονικού Συμβουλίου του Σ.Ο.Ε.Λ. και κάθε εν ενεργεία Ορκωτός Ελεγκτής με 10ετή τουλάχιστον ευδόκιμη υπηρεσία, στον οποίο με ειδική απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου έχει ανατεθεί η εκτέλεση συγκεκριμένου έργου σχετιζόμενου με την εκτίμηση της ποιότητας συγκεκριμένης ελεγκτικής εργασίας ή και της τήρησης από Ορκωτό Ελεγκτή ή από ελεγκτικό φορέα των διατάξεων του νόμου και του παρόντος Κανονισμού, καθώς και των αποφάσεων του Εποπτικού Συμβουλίου.
    • Νόμιμη αμοιβή ελέγχου: είναι η καθαρή αμοιβή ελέγχου, ύστερα από την αφαίρεση των εξόδων μετακινήσεως και διαμονής των ελεγκτών εκτός έδρας, που προκύπτει από τον πολλαπλασιασμό των ελάχιστων ωρών ελέγχου, όπως αυτές έχουν καθοριστεί για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση με γενικές ή ειδικές αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου και του εφαρμοζόμενου από ένα ελεγκτικό φορέα ενιαίου ωρομισθίου, όπως αυτό έχει γνωστοποιηθεί στο Σ.Ο.Ε.Λ. για την ελεγκτική περίοδο στην οποία εμπίπτει ο έλεγχος.

ΙΙ. Ειδικές Διατάξεις

Άρθρο 3 Παροχή επαγγελματικών υπηρεσιών

  • Ο Ορκωτός Ελεγκτής οφείλει να παρέχει τις επαγγελματικές υπηρεσίες του κατά τρόπο που να διασφαλίζει τη νομιμότητα στην παροχή των υπηρεσιών του αυτών και την εγκυρότητα της εκφραζόμενης απ’ αυτόν επαγγελματικής γνώμης. Προς τούτο, είναι υποχρεωμένος, παράλληλα με τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας και τον παρόντα κανονισμό, να τηρεί τα ελεγκτικά πρότυπα και τις αρχές και οδηγίες που ακολουθεί το Σ.Ο.Ε.Λ. και να βασίζεται στην επαγγελματική εργασία που διεξήγαγε ο ίδιος ή άλλα μέλη του Σ.Ο.Ε.Λ. με τη δική του επίβλεψη και ευθύνη.
  • Ο Ορκωτός Ελεγκτής δικαιούται να χρησιμοποιεί βοηθούς για την παροχή των επαγγελματικών υπηρεσιών του, έχει όμως την ευθύνη για την εργασία που εκτέλεσαν οι βοηθοί του, τους οποίους υποχρεούται να επιβλέπει και να αναθέτει σ’ αυτούς μόνο τις εργασίες που είναι σε θέση να εκτελέσουν ικανοποιητικά.
  • Απαγορεύεται στον Ορκωτό Ελεγκτή να χρησιμοποιεί ως βοηθούς οποιαδήποτε πρόσωπα που δεν είναι εγγεγραμμένα στα μητρώα του Σ.Ο.Ε.Λ. Η απαγόρευση αυτή δεν αποκλείει τη χρησιμοποίηση ειδικού εμπειρογνώμονα σε αντικείμενα ελέγχου ή άλλων εργασιών που εκφεύγουν των συνήθων γνώσεων του Ορκωτού Ελεγκτή, σύμφωνα με τα οριζόμενα από τα ελεγκτικά πρότυπα και σχετικές αποφάσεις του Σ.Ο.Ε.Λ.
  • Σε κάθε περίπτωση, ο Ορκωτός Ελεγκτής που δεν βρίσκεται σε αναστολή ασκήσεως του επαγγέλματός του, παρέχει τις επαγγελματικές υπηρεσίες του ύστερα από σχετική εντολή ή ανάθεση του ελεγκτικού φορέα του οποίου είναι μέλος, αλλά ευθύνεται προσωπικά για την ποιότητα των υπηρεσιών και την ορθότητα του πορίσματός του.

Ο κανόνας αυτός διέπει και τους Κοινούς Ελέγχους, που διενεργούνται σε μια οικονομική μονάδα από δύο ή περισσότερους Ορκωτούς Ελεγκτές του ιδίου ή διαφορετικού ελεγκτικού φορέα.

Άρθρο 4 Ανεξαρτησία και αντικειμενικότητα

  • Κάθε μέλος του Σ.Ο.Ε.Λ. οφείλει πάντοτε να ασκεί το ελεγκτικό έργο κατά τρόπο αντικειμενικό και ανεξάρτητο από κάθε είδους επιρροή του ελεγχόμενου.
  • Ο Ορκωτός Ελεγκτής που αδυνατεί να είναι ανεξάρτητος, ώστε να παρέχει μια έντιμη και αμερόληπτη γνώμη, οφείλει να μη αποδεχθεί την εργασία ή να διακόψει την ανατεθείσα σε αυτόν εργασία, αν οι υπάρχουσες ή διαμορφωθείσες συνθήκες κλονίζουν είτε την ανεξαρτησία, την αντικειμενικότητα και την προς αυτόν εμπιστοσύνη των τρίτων, είτε τις σχέσεις του με συναδέλφους μέλη του Σ.Ο.Ε.Λ.
    Για την μη αποδοχή ή τη διακοπή της εργασίας από τον Ορκωτό Ελεγκτή, εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις της νομοθεσίας που διέπει το Σ.Ο.Ε.Λ. και όπου συντρέχει περίπτωση, οι οριζόμενες από την παρ. 4 του πιο κάτω άρθρου 8 διαδικασίες.
  • Κάθε ελεγκτικός φορέας και κάθε μέλος του Σ.Ο.Ε.Λ. οφείλει να τηρεί τους ακόλουθους κανόνες, ώστε να εξασφαλίζει την ανεξαρτησία και την αντικειμενικότητά του:
    • Να μην παρέχει σε ελεγχόμενο άλλου είδους υπηρεσίες, εκτός από εκείνες που επιτρέπει ο νόμος και για τις οποίες αρμοδίως έχει οριστεί.
      Δεν είναι ασυμβίβαστη η παροχή υποδείξεων, που ανακύπτουν ως απόρροια των παρεχόμενων από Ορκωτό Ελεγκτή επαγγελματικών υπηρεσιών και σχετίζονται άμεσα με το ανατεθέν σ’ αυτόν έργο.
      Η παροχή πρόσθετων υπηρεσιών σε ασυνήθιστη έκταση μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει την αντικειμενικότητα του ελεγκτή.
    • Να μην αποφασίζει ο ίδιος σε θέματα αρμοδιότητας του ελεγχομένου. Επίσης, πρέπει να αποφεύγει να εκφράζει την κρίση του στις επιχειρηματικές επιλογές ή αποφάσεις του ελεγχομένου.
    • Να τηρεί αμερόληπτη στάση σε αντικρουόμενες απόψεις των ελεγχομένων ή άλλων ενδιαφερομένων, εκφράζοντας χωρίς περιττούς χαρακτηρισμούς τις αντικειμενικές διαπιστώσεις και υποδείξεις που βασίζονται σε επιμελή εργασία του.
    • Να μην έχει οποιοδήποτε άμεσο ή έμμεσο οικονομικό συμφέρον καθ’ οιονδήποτε τρόπο από την πορεία των εργασιών του ελεγχομένου ή από το πόρισμα του ελέγχου του.
    • Να μη αποδέχεται παρεμβάσεις του ελεγχομένου ή τρίτων σχετικές με την εκτέλεση των καθηκόντων του.
    • Να είναι ιδιαίτερα επιφυλακτικός όταν στον ελεγχόμενο υπηρετούν καθ’ οιονδήποτε τρόπο συγγενικά ή φιλικά προς αυτόν πρόσωπα.
    • Να μην δέχεται από τον ελεγχόμενο περιποιήσεις ή άλλα δώρα, που υπερβαίνουν το μέτρο της απλής φιλοφρονήσεως και φιλοξενίας στον επαγγελματικό χώρο αυτού.
    • Να μην δέχεται οποιαδήποτε αμοιβή ή προμήθεια από τον ελεγχόμενο, πέραν της νομίμου, για οποιοδήποτε λόγο, έστω και για πρόσθετες συγκεκριμένες επαγγελματικές υπηρεσίες, αν δεν έχουν τηρηθεί διαφανείς διαδικασίες για την ανάθεση, την εκτέλεση και την τιμολόγηση της κάθε συγκεκριμένης υπηρεσίας του.
    • Να τηρεί αυστηρά τις κείμενες νομοθετικές διατάξεις και αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου για τα ασυμβίβαστα και τις απαγορεύσεις ως προς το επάγγελμα, καθώς και για τις διαδικασίες αποδοχής και γνωστοποίησης κάθε ανατιθέμενης σ’ αυτόν εργασίας.
  • Απαγορεύεται σε Ορκωτό Ελεγκτή ή σε ελεγκτικό φορέα η με οποιοδήποτε τρόπο διαπραγμάτευση ή εκ των υστέρων μείωση της νόμιμης αμοιβής ελέγχου.
    Παρέκκλιση από την απαγόρευση αυτή επιτρέπεται μόνο αν συντρέχει ειδικά αιτιολογημένος λόγος και έχει ληφθεί σχετική έγκριση του Εποπτικού Συμβουλίου.
  • Απαγορεύεται σε Ορκωτό Ελεγκτή η ανάληψη του υποχρεωτικού από νόμο ελέγχου μιας οικονομικής μονάδας, στην οποία ο ίδιος ή μέλος της διοίκησης του ελεγκτικού φορέα του έχει διατελέσει μέσα στην τελευταία πενταετία, πριν από το διορισμό του ως τακτικού ελεγκτή της οικονομικής αυτής μονάδας:
    • είτε μέλος της διοίκησης,
    • είτε διευθυντικό στέλεχος,
    • είτε οικονομικός, λογιστικός ή φορολογικός σύμβουλος ή εσωτερικός ελεγκτής, με σχέση εξαρτημένης εργασίας ή ως ελεύθερος επαγγελματίας με κύριο αντικείμενο την παροχή των πιο πάνω υπηρεσιών στην ελεγχόμενη οικονομική μονάδα.

Η απαγόρευση αυτή μπορεί να αρθεί μόνο ύστερα από ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου, που λαμβάνεται με τη σύμφωνη γνώμη του Επιστημονικού Συμβουλίου του Σ.Ο.Ε.Λ.

Άρθρο 5 Εχεμύθεια

  • Ο Ορκωτός Ελεγκτής οφείλει να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο και να μην αποκαλύπτει γεγονότα ή πληροφορίες που περιήλθαν σε γνώση του κατά την εκτέλεση του έργου του, εκτός αν υπέχει τέτοια υποχρέωση από το νόμο, τα επαγγελματικά πρότυπα και τις Οδηγίες που έχουν εκδοθεί από το Εποπτικό Συμβούλιο, περιλαμβανομένου και του παρόντος Κανονισμού.
  • Απαγορεύεται στον Ορκωτό Ελεγκτή να κάνει χρήση καθ’ οιονδήποτε τρόπο, για δικό του όφελος ή όφελος τρίτων, των γεγονότων και των πληροφοριών που περιήλθαν σε γνώση του κατά την εκτέλεση του έργου του, εκτός αν η αποκάλυψη των γεγονότων και των πληροφοριών είναι αναγκαία για την υπεράσπισή του ενώπιον δικαστικής αρχής ή την υποστήριξη των θέσεών του ενώπιον του Εποπτικού ή του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Σ.Ο.Ε.Λ.
  • Ο Ορκωτός Ελεγκτής οφείλει να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο και μετά τη λήξη της παροχής των επαγγελματικών υπηρεσιών του προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο.
  • Ο Ορκωτός Ελεγκτής οφείλει να υπενθυμίζει στους βοηθούς του την υποχρέωση τηρήσεως του επαγγελματικού απορρήτου και να εξασφαλίζει κατά το δυνατόν ότι οι βοηθοί του θα τηρήσουν αυτό.
  • Οι διατάξεις αυτού του άρθρου δεσμεύουν και τις διοικητικές και τους τεχνικούς συμβούλους του κάθε ελεγκτικού φορέα, καθώς και τα όργανα ποιοτικού ελέγχου του Σ.Ο.Ε.Λ.

Άρθρο 6 Ποιοτική επάρκεια εργασιών ελέγχου

  • Κάθε Ορκωτός Ελεγκτής υποχρεούται για κάθε εκτελούμενη απ’ αυτόν εργασία ελέγχου να ακολουθεί τα εγκεκριμένα από το Εποπτικό Συμβούλιο ελεγκτικά πρότυπα και οδηγίες και να τηρεί σε ιδιαίτερο φάκελο, επί πέντε τουλάχιστον έτη ύστερα από την ημερομηνία εκδόσεως του Πιστοποιητικού ή Έκθεσης Ελέγχου, τα φύλλα εργασίας και λοιπά στοιχεία του συγκεκριμένου ελέγχου, τα οποία και οφείλει να παραδίδει χωρίς υπαίτια καθυστέρηση για ποιοτικό έλεγχο στο προς τούτο εντεταλμένο από το Εποπτικό Συμβούλιο όργανο του Σ.Ο.Ε.Λ. Η παράδοση αυτή γίνεται σε τόπο και σε χρόνο που ορίζονται από το Εποπτικό Συμβούλιο.
  • Από τα περιεχόμενα στον εξεταζόμενο φάκελο ή φακέλους φύλλα εργασίας και λοιπά στοιχεία, πρέπει να αποδεικνύεται ότι:
    • Κατά την εκτέλεση της συγκεκριμένης ελεγκτικής εργασίας εφαρμόστηκαν τα παραδεγμένα από το Σ.Ο.Ε.Λ. πρότυπα Ελέγχου και Εκθέσεων, καθώς και οι εκδοθείσες από το Σ.Ο.Ε.Λ. τεχνικές οδηγίες και ότι λήφθηκαν υπόψη οι διατάξεις της νομοθεσίας και του Καταστατικού, που διέπουν την ελεγχθείσα οικονομική μονάδα.
    • Τα ανωτέρω φύλλα και λοιπά στοιχεία στηρίζουν επαρκώς τη γνώμη του Ορκωτού Ελεγκτή, όπως αυτή διατυπώνεται στο σχετικό Πιστοποιητικό ή Έκθεση του ελέγχου του.
  • Τυχόν άρνηση ή υπαίτια καθυστέρηση παράδοσης των ζητούμενων φακέλων στο εντεταλμένο όργανο του Σ.Ο.Ε.Λ. καταγγελλόμενη σε σχετική αναφορά του τελευταίου προς το Εποπτικό Συμβούλιο και αποδεικνυόμενη με αντίγραφο ειδοποιητηρίου εγγράφου απευθυνόμενου προς τον αρμόδιο Ορκωτό Ελεγκτή, απευθείας ή μέσω του ελεγκτικού φορέα του, παραπέμπεται στο Πειθαρχικό Συμβούλιο ως σκόπιμη παράβαση κανονιστικής διάταξης.
  • Τυχόν κενά ή άλλες ουσιώδεις ελλείψεις του εξεταζομένου φακέλου ελέγχου ή της εκτέλεσης της συγκεκριμένης εργασίας καταγραφόμενα στο σχετικό πόρισμα του εντεταλμένου οργάνου ποιοτικού ελέγχου, που έχουν ως συνέπεια την αδυναμία εξαγωγής συμπεράσματος σε σχέση με τα οριζόμενα στην πιο πάνω παράγραφο 2, παραπέμπονται στο Πειθαρχικό Συμβούλιο.
    Η παραπομπή αυτή γίνεται μετά από γνώμη του Επιστημονικού Συμβουλίου για πλημμελή άσκηση των καθηκόντων του υπευθύνου Ορκωτού Ελεγκτή και αν συντρέχει περίπτωση, για παράβαση νόμου.
  • Στο πλαίσιο ποιοτικού ελέγχου, τα εντεταλμένα όργανα του Σ.Ο.Ε.Λ. μπορούν να εξετάσουν και να επαληθεύσουν οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή πληροφορία που, κατά την κρίση τους, επιδρά στην ποιότητα και τη νομιμότητα των προσφερομένων από τον Ορκωτό Ελεγκτή και τους βοηθούς του υπηρεσιών, μη αποκλειόμενης και της επιτόπου επίσκεψης των εντεταλμένων οργάνων στα γραφεία των οικονομικών μονάδων που ελέγχθηκαν από τον Ορκωτό Ελεγκτή.
    Σε περίπτωση αδικαιολόγητης άρνησης μέλους του Σ.Ο.Ε.Λ. να παράσχει τα κατά τα άνω ζητούμενα πρόσθετα στοιχεία και πληροφορίες ή να διευκολύνει την επιτόπου επίσκεψη εντεταλμένου οργάνου στα γραφεία ελεχθείσας οικονομικής μονάδας εφαρμόζονται τα οριζόμενα στην πιο πάνω παρ. 3 αυτού του άρθρου.

Άρθρο 7 Διαφήμιση - Αθέμιτος Ανταγωνισμός

  • Ο Ορκωτός Ελεγκτής ή ο ελεγκτικός φορέας δεν πρέπει να διαφημίζει ή να προβάλλει τις επαγγελματικές υπηρεσίες του, καθώς και το όνομά του ή την επωνυμία του, κατά τρόπο που υποβαθμίζει το ελεγκτικό επάγγελμα, όπως αυτό έχει θεσμοθετηθεί και ασκείται στην Ελλάδα, ή θέτει σε αμφιβολία την επαγγελματική επάρκεια άλλων Ορκωτών Ελεγκτών ή ελεγκτικών φορέων.
  • Απαγορεύεται σε Ορκωτό Ελεγκτή ή ελεγκτικό φορέα η υποβολή προσφοράς παροχής ελεγκτικών υπηρεσιών χωρίς έγγραφη πρόσκληση του ενδιαφερόμενου που έχει γνωστοποιηθεί στο Σ.Ο.Ε.Λ. και χωρίς την τήρηση των λοιπών προϋποθέσεων και διαδικασιών που ορίζονται από νόμο ή αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου.
    Η υποβολή τέτοιας προσφοράς καθώς και η με οποιοδήποτε τρόπο μείωση ή δέσμευση μείωσης της νόμιμης αμοιβής ελέγχου, χωρίς σχετική έγκριση του Εποπτικού Συμβουλίου, αποτελεί πράξη ιδιαίτερα αναξιοπρεπή και αθέμιτη.
  • Κάθε διευθύνων σύμβουλος, διευθύνων εταίρος ή διαχειριστής ενός ελεγκτικού φορέα, υποχρεούται να παραδίδει χωρίς καθυστέρηση στο εντεταλμένο όργανο δεοντολογικού ελέγχου του Σ.Ο.Ε.Λ. τα βιβλία και στοιχεία του φορέα και να παρέχει τις ζητούμενες πληροφορίες, αναφορικά με τον προσδιορισμό, την τιμολόγηση και την είσπραξη της αμοιβής συγκεκριμένης εργασίας, καθώς και με την τήρηση των προβλεπομένων από νόμο ή αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου προϋποθέσεων και διαδικασιών ανάληψης, εκτέλεσης και γνωστοποίησης προς το Σ.Ο.Ε.Λ. της κάθε προσφερόμενης σε ελεγχόμενους ή τρίτους υπηρεσίας.

Άρθρο 8 Σχέσεις με Συναδέλφους και Ελεγκτικούς Φορείς

  • Ο Ορκωτός Ελεγκτής οφείλει να συμπεριφέρεται με ευγένεια, ειλικρίνεια και εκτίμηση έναντι όλων των άλλων μελών του Σ.Ο.Ε.Λ., είτε αυτά είναι παρόντα είτε είναι απόντα και να προασπίζει τα νόμιμα δικαιώματά τους που απορρέουν από την άσκηση των καθηκόντων τους.
  • Ο Ορκωτός Ελεγκτής στον οποίο ανατίθεται ένας κατά νόμο υποχρεωτικός έλεγχος, τον οποίο προηγουμένως ασκούσε άλλος Ορκωτός Ελεγκτής, οφείλει να ερωτήσει εγγράφως τον προηγούμενο ελεγκτή και μάλιστα πριν από την ανάληψη του ελέγχου, σε ποιους λόγους οφείλεται κατά την γνώμη του η απομάκρυνσή του από το συγκεκριμένο έλεγχο.
    Το έγγραφο αυτό ερώτημα κοινοποιείται στο Εποπτικό Συμβούλιο.
  • Αν ο απερχόμενος Ορκωτός Ελεγκτής έχει λόγους να πιστεύει ότι η απομάκρυνσή του από μια κατά νόμο ελεγχόμενη μονάδα οφείλεται σε διαφωνία της ως προς παρατήρηση ή άλλη αιτία σχετιζόμενη με τον έλεγχο ή με τη διατύπωση του σχετικού Πιστοποιητικού ή Έκθεσης του ελέγχου του, οφείλει μέσα σε πέντε ημέρες αφότου έλαβε γνώση της απομάκρυνσής του να αναφέρει εγγράφως τους λόγους αυτούς στον διορισμένο νέο ελεγκτή, με κοινοποίηση προς το Εποπτικό Συμβούλιο.
  • Μέσα σε προθεσμία που προβλέπεται από την παρ. 4 του άρθρου 36 του Ν. 2190/1920, κάθε ελεγκτικός φορέας υποχρεούται να επιφυλαχθεί για την αποδοχή της εντολής ελέγχου μιας οικονομικής μονάδας και να μην προβεί σε διορισμό του τακτικού ελεγκτής της, αν έχει περιέλθει αποδεδειγμένα σε γνώση του ότι η προς έλεγχο οικονομική μονάδα δεν έχει εξοφλήσει πλήρως τη νόμιμη αμοιβή ελέγχου προηγούμενης χρήσης ή χρήσεων.
    Η επιφύλαξη αυτή γνωστοποιείται εγγράφως στην διοίκηση της οικονομικής μονάδας, με κοινοποίηση προς το Εποπτικό Συμβούλιο και μπορεί να αρθεί μόνο ύστερα από την πλήρη εξόφληση της πιο πάνω αμοιβής ή με ειδική έγκριση του Εποπτικού Συμβουλίου.
  • Κάθε Ορκωτός Ελεγκτής, πριν από την έναρξη οποιασδήποτε ανατεθείσας σ’ αυτόν ελεγκτικής εργασίας, οφείλει να διαπιστώσει αν η προς έλεγχο οικονομική μονάδα έχει εξοφλήσει πλήρως τη νόμιμη αμοιβή ελέγχου προηγούμενων χρήσεων.
    Σε περίπτωση που ο Ορκωτός Ελεγκτής διαπιστώνει, είτε από την εξέταση των βιβλίων και στοιχείων της ελεγχόμενης μονάδας είτε από απευθείας προς αυτόν έγγραφη ειδοποίηση ενός ελεγκτικού φορέα, που κοινοποιείται και στο Σ.Ο.Ε.Λ., ότι η νόμιμη αμοιβή ελέγχου προηγούμενης χρήσης ή χρήσεων της οικονομικής αυτής μονάδας δεν έχει εξοφληθεί πλήρως, υποχρεούται να ζητήσει εγγράφως από το Εποπτικό Συμβούλιο την έγκριση διακοπής του ελέγχου του, λόγω αποδεδειγμένης άρνησης ή αδυναμίας του ελεγχομένου να συμμορφωθεί με τις ισχύουσες διατάξεις που επιβάλλουν τον έλεγχό της. Το αίτημα αυτό κοινοποιείται και στην διοίκηση της ελεγχόμενης μονάδας και περιλαμβάνει απαραιτήτως την κατά τα άνω διαπιστωθείσα οφειλή της προς ένα ή περισσότερους ελεγκτικούς φορείς.
    Αν το Εποπτικό Συμβούλιο εγκρίνει τη διακοπή του ελέγχου, ο Ορκωτός Ελεγκτής υποχρεούται να ζητήσει από τη διοίκηση της ελεγχόμενης μονάδας τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων ή εταίρων της, προς την οποία γνωστοποιεί τη διακοπή του ελέγχου του, μαζί με τους λόγους που επέβαλαν τη διακοπή αυτή.

Άρθρο 9 Προστασία του κύρους του Σ.Ο.Ε.Λ.

  • Δεν επιτρέπεται η δια δηλώσεων προφορικών ή εγγράφων, υποβάθμιση του επιστημονικού και επαγγελματικού κύρους του Σ.Ο.Ε.Λ. και των Ορκωτών Ελεγκτών ή των ελεγκτικών φορέων που είναι εγγεγραμμένοι στα οικεία Μητρώα του Σ.Ο.Ε.Λ., καθώς και ο σχολιασμός της ποιότητας των προσφερόμενων από Ορκωτούς Ελεγκτές ή ελεγκτικούς φορείς υπηρεσιών.
    Δεν εμπίπτει στον ανωτέρω περιορισμό η εμπιστευτική αναφορά προς το Εποπτικό Συμβούλιο ή στα απ’ αυτό εντεταλμένα όργανα ποιοτικού ελέγχου.
  • Ως υποβάθμιση του επιστημονικού και επαγγελματικού κύρους του Σ.Ο.Ε.Λ. θεωρείται ιδίως από μέρους Ορκωτού Ελεγκτή ή ελεγκτικού φορέα:
    • Τήρηση ή ο ισχυρισμός τήρησης ελεγκτικών ή λογιστικών αρχών και προτύπων διαφορετικών από τα παραδεχόμενα από την εθνική νομοθεσία και από το Σ.Ο.Ε.Λ.
    • Επανειλημμένες παρεκκλίσεις από αποφάσεις και οδηγίες του Εποπτικού Συμβουλίου.
    • Ανάρμοστη συμπεριφορά κατά οργάνων του Σ.Ο.Ε.Λ., εκδηλούμενη με τη χρησιμοποίηση εκφράσεων ή ειρωνικών σχολίων, σε βάρος αποφάσεων και ενεργειών που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα των οργάνων αυτών.
    • Απρεπής συμπεριφορά κατά οργάνου του ελεγχομένου, κατά συναδέλφου μέλους του Σ.Ο.Ε.Λ. ή κατά της διοίκησης ελεγκτικού φορέα.

ΙΙΙ. Ανάθεση Ειδικών Αρμοδιοτήτων και Υποχρεώσεων

Άρθρο 10 Τήρηση του παρόντος κανονισμού – Κυρώσεις

  • Η Γενική Συνέλευση του Σ.Ο.Ε.Λ., αναγνωρίζοντας την ανάγκη πιστής εφαρμογής του παρόντος κανονισμού από όλα ανεξαιρέτως τα μέλη του Σ.Ο.Ε.Λ., είτε αυτά λειτουργούν ως ελεγκτές είτε ως μέλη διοικήσεων των ελεγκτικών φορέων, μαζί με το γεγονός ότι κάθε παράβαση του κανονισμού αυτού από οποιοδήποτε μέλος του Σ.Ο.Ε.Λ. συνιστά ταυτόχρονα και αθέτηση του όρκου του, αποφασίζει την ανάθεση των αρμοδιοτήτων ή τη θέσπιση των υποχρεώσεων που ορίζονται στις επόμενες παραγράφους 2- 8:
  • Οποιοδήποτε μέλος του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών ή οποιοσδήποτε ελεγκτικός φορέας υποχρεούται να καταγγείλει γραπτώς προς το Εποπτικό Συμβούλιο κάθε παράβαση του παρόντος κανονισμού, που έχει υποπέσει στην αντίληψή του, αναφέροντας ρητά το ονοματεπώνυμο του μέλους ή την επωνυμία του φορέα που υπέπεσε στην παράβαση, καθώς και τα περιελθόντα σε γνώση του αποδεικτικά στοιχεία. Η αναφορά είναι απόρρητη και γνωστοποιείται από το Εποπτικό Συμβούλιο μόνο στον αναφερόμενο ελεγκτή ή φορέα, ο οποίος και καλείται για παροχή εξηγήσεων πριν αποφασιστεί η τυχόν πειθαρχική δίωξή του.
    Αναφορά για παράβαση του παρόντος κανονισμού ή των υποχρεώσεων ενός Ορκωτού Ελεγκτή που απορρέουν από νόμο ή από τα ελεγκτικά πρότυπα του Σ.Ο.Ε.Λ. μπορεί να γίνει από οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό.
    Το Εποπτικό Συμβούλιο έχει το δικαίωμα να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως για κάθε παράβαση.
  • Το Εποπτικό Συμβούλιο του Σ.Ο.Ε.Λ. αν συντρέχει παράβαση νόμου ή του παρόντος Κανονισμού και με αιτιολογημένη απόφασή του παραπέμπει την υπόθεση στα αρμόδια όργανα του Σ.Ο.Ε.Λ., παραγγέλλοντας και τις αναγκαίες ενέργειες ή θέτει την υπόθεση στο αρχείο. Στην τελευταία περίπτωση μπορεί να καλέσει τον αναφερόντα να παράσχει σχετικές εξηγήσεις και αν κρίνει ότι η αναφορά ή καταγγελία είναι κακόπιστη, αποφασίζει για τις περαιτέρω ενέργειές του.
  • Παραβάσεις του νόμου και του παρόντος κανονισμού από ελεγκτικούς φορείς εξετάζονται από το Εποπτικό Συμβούλιο, το οποίο παραπέμπει στο Πειθαρχικό Συμβούλιο κάθε μέλος της διοίκησης του υπαίτιου ελεγκτικού φορέα, που κατά την κρίση του Εποπτικού Συμβουλίου, βασιζόμενη στις υπάρχουσες καταγγελίες, μαρτυρίες ή στοιχεία, ευθύνεται ως εκ της θέσης ή των αρμοδιοτήτων του για την διαπιστούμενη ή την καταγγελλόμενη παράβαση.
  • Το Εποπτικό Συμβούλιο μπορεί να κρίνει ότι ένα μέλος του Σ.Ο.Ε.Λ. έχει απολέσει το απαιτούμενο ήθος και την αναμφισβήτητη αρετή και να το διαγράψει από το οικείο Μητρώο, εφόσον από τα υπάρχοντα στοιχεία αποδεικνύεται ότι το μέλος αυτό έχει υποπέσει καθ’ υποτροπή σε σκόπιμες παραβάσεις του παρόντος Κανονισμού.

Άρθρο 11 Παραγραφή

  • 1Οποιαδήποτε παράβαση του παρόντος Κανονισμού παραγράφεται μετά παρέλευση πενταετίας από την τέλεσή της. Προκειμένου για παραβάσεις των ελεγκτικών προτύπων και οδηγιών του Σ.Ο.Ε.Λ., ως ημερομηνία τέλεσης λαμβάνεται αυτή της εκδόσεως του σχετικού πιστοποιητικού ή Έκθεσης Ελέγχου.
  • Καταγγελία παραβάσεως του παρόντος Κανονισμού για την οποία δεν έχουν ολοκληρωθεί οι ενέργειες των αρμόδιων οργάνων του Σ.Ο.Ε.Λ. μετά παρέλευση δύο (2) ετών από της ημερομηνίας καταθέσεως της στο πρωτόκολλο του Σ.Ο.Ε.Λ., μπορεί να τεθεί στο Αρχείο, με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου, στην οποία αναφέρεται συγκεκριμένος λόγος ή λόγοι της μη ολοκλήρωσης των ενεργειών.

ΙV. Μεταβατικές και Τελικές Διατάξεις

Άρθρο 12 Ισχύς προηγούμενων Αποφάσεων και Οδηγιών

  • Οι μέχρι τώρα εκδοθείσες αποφάσεις και οδηγίες του Εποπτικού Συμβουλίου αναφορικά με τις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες ανάληψης και εκτέλεσης των πάσης φύσεως ελέγχων, καθώς και τις διαδικασίες γνωστοποίησης από τους Ορκωτούς Ελεγκτές των αναληφθέντων και των περατωθέντων ελέγχων, εξακολουθούν να ισχύουν ως κανονιστικές διατάξεις και να εφαρμόζονται υποχρεωτικά από όλους τους Ορκωτούς Ελεγκτές και τους ελεγκτικούς φορείς τους.
  • Παραβάσεις κανονιστικών διατάξεων που έχουν τελεστεί πριν από την ημερομηνία δημοσιεύσεως του παρόντος Κανονισμού, παραγράφονται μετά παρέλευση πενταετίας από την τέλεσή τους.

Άρθρο 13 Ελάχιστο Όριο Αξιοπρεπούς Διαβίωσης Μελών του Σ.Ο.Ε.Λ.

  • Μέχρι την έκδοση του προεδρικού διατάγματος που προβλέπεται από τη διάταξη της παρ. 8 του άρθρου 18 του Ν. 2231/1994 (ΦΕΚ 139Α), κάθε ελεγκτικός φορέας δικαιούται για όσους Ορκωτούς Ελεγκτές μέλη του που τελούν σε ουσιώδη επαγγελματική αδράνεια για λόγους που δεν οφείλονται σε δική τους υπαιτιότητα, να ζητήσει από το Εποπτικό Συμβούλιο την έγκριση συμμετοχής του Σ.Ο.Ε.Λ. στην κάλυψη της δαπάνης μιας αξιοπρεπούς διαβίωσής τους.
    Το Εποπτικό Συμβούλιο, ύστερα από αξιολόγηση των προβαλλομένων λόγων, μπορεί να εγκρίνει τη μερική ή ολική κάλυψη μιας τέτοιας δαπάνης από τους κατά το άρθρο 22 του Π.Δ. 226/1992 εισπραττόμενους πόρους του Σ.Ο.Ε.Λ. Σε κάθε περίπτωση το εγκρινόμενο ποσό της ανωτέρω συμμετοχής του Σ.Ο.Ε.Λ. δεν μπορεί να υπερβαίνει τις ελάχιστες αποδοχές Ορκωτού Λογιστή κατά την 30η Απριλίου 1993, προσαυξημένες με τις αναγκαίες ασφαλιστικές εισφορές.
  • Με ειδικές αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου, η κατά την προηγούμενη παρ. 1 συμμετοχή του Σ.Ο.Ε.Λ. μπορεί να συνεχιστεί και μετά την έκδοση του προαναφερόμενου προεδρικού διατάγματος, μέχρι της συστάσεως ενός ειδικού αναδιανεμητικού λογαριασμού που θα καλύπτει τις ελάχιστες ανάγκες αξιοπρεπούς διαβίωσης των Ορκωτών Ελεγκτών, με την προϋπόθεση ότι τα καλυπτόμενα από τις αποφάσεις αυτές πρόσωπα θα τίθενται στη διάθεση του Εποπτικού Συμβουλίου.

Άρθρο 14 Έναρξη εφαρμογής – Δημοσιότητα

  • Ο παρών Κανονισμός επαγγελματικής δεοντολογίας τίθεται σε εφαρμογή από την ημερομηνία εγκρίσεώς του από τη Γενική Συνέλευση του Σ.Ο.Ε.Λ., ήτοι από την 17η Απριλίου 1997.
  • Με μέριμνα της Εκτελεστικής Γραμματείας του Σ.Ο.Ε.Λ., ο παρών κανονισμός δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και μπορεί να γνωστοποιείται σε κάθε ενδιαφερόμενο.
    Η απόφαση αυτή να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.


pdf2010 IFAC CODE OF ETHICS

Αθήνα, 18 Απριλίου 1997
Ο Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου
ΧΑΡ. Π. ΑΛΑΜΑΝΟΣ