SOEL logo

 

Ιδρυτικός Νόμος

ΣΩΜΑ ΟΡΚΩΤΩΝ ΕΛΕΓΚΤΩΝ ΛΟΓΙΣΤΩΝ

Το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ) ιδρύθηκε με το π.δ 226/1992 (ΦΕΚ 120/1992 Α΄ ) με την επωνυμία Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών και λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού και του π.δ 227/1992 (ΦΕΚ 120/1992 Α΄). Το π.δ 226/1992 εκδόθηκε με νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 75 του νόμου 1969/1991 και έχει τροποποιηθεί με το π.δ 121/1993 (ΦΕΚ 53/1993 Τεύχος Α΄ ), το άρθρο 18 του νόμου 2231/1994, το π.δ 341/1997 (ΦΕΚ 232/1997 Τεύχος Α΄ ) και το άρθρο 38 του νόμου 2733/1999 (ΦΕΚ 155/1999 Τ.Α΄), με το ν. 3148/2003 (ΦΕΚ 136/2003 Τ.Α΄), το ν. 3693/2008 και το άρθρο 8 του ν. 3919/2011. Με την διάταξη του άρθρου 38 του ν. 2733/1999 το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών μετονομάστηκε σε Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και οι Ορκωτοί Ελεγκτές σε Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές.

Στα επόμενα παρατίθεται το κείμενο των Π.Δ. 226/1992 και 227/1992, ενημερωμένο με τις προαναφερθείσες τροποποιήσεις και ακολούθως παρατίθεται το κείμενο του άρθρου 75 του νόμου 1969/1991, το άρθρο 18 του νόμου 2231/1994 καθώς και του νόμου 3148/2003. Το κείμενο του ν. 3148/2003 τίθεται, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 παρ. 6 του ν. 3301/2004 (ΦΕΚ 263 Α) και το άρθρο 16 παρ. 4 του ν. 3470/2006. Τέλος, παρατίθεται πλήρες το κείμενο του νόμου 3693/2008 και των άρθρων 8,9 και 10 του ν. 3919/2011.

Π.Δ 226 της 10/14.7.1992

Π.Δ 226 της 10/14.7.1992 περί συστάσεως οργανώσεως και λειτουργίας του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών1, καθώς και περί των όρων εγγραφής σε Ειδικό Μητρώο και ασκήσεως του επαγγέλματος του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή. (Α΄120).

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

  1. τις διατάξεις του άρθρου 75 του Ν. 1969/1991 «Εταιρείες Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου, Αμοιβαία Κεφάλαια, κ.λ.π.» (Α΄167).
  2. Τη γνώμη του Ο.Ε.Ε (έγγραφο ΟΕΕ Φ. 32/2892/30.4.1992 και πρακτικά σχετικών συζητήσεων) .
  3. Την αριθ. 330/1992 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Μετά από πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου, αποφασίζουμε: 

Άρθρο 1 - Σύσταση

  1. Συνιστάται Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ), αποτελούμενο από ανεξάρτητους επαγγελματίες Ελεγκτές Λογιστές που εγγράφονται σε ειδικό Μητρώο και ασκούν το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και της σχετικής προς το επιτελούμενο έργο νομοθεσίας.
  2. Το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών2, εδρεύει στην Αθήνα διοικείται και εκπροσωπείται κατά τα κατωτέρω οριζόμενα. Το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών μπορεί, με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου αυτού, να ιδρύει γραφεία σε άλλες πόλεις της Ελλάδος.
  3. «Το οικονομικό έτος του Σ.Ο.Ε.Λ αρχίζει την 1η Ιανουαρίου εκάστου έτους και λήγει την 31η Δεκεμβρίου του ιδίου έτους».3

Άρθρο 2 - Σκοπός

  1. Η σύσταση και η λειτουργία του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών αποβλέπει στην άσκηση του ελέγχου της οικονομικής διαχειρίσεως των πάσης φύσεως δημοσίων και ιδιωτικών οργανισμών και επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων, ανεξαρτήτως της νομικής τους μορφής (ιδρύματος, εταιρείας ή άλλου νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου), από πρόσωπα με αυξημένα επαγγελματικά προσόντα, που ασκούν το έργο τους με διαφάνεια και υπευθυνότητα, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η εγκυρότητα και αξιοπιστία των πορισμάτων των διενεργουμένων ελέγχων, σύμφωνα με τα διεθνώς αναγνωρισμένα Ελεγκτικά πρότυπα και τους όρους που τίθενται από την εσωτερική και την κοινοτική νομοθεσία.
  2. Για την πραγματοποίηση του παραπάνω σκοπού οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές απολαμβάνουν προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, υποκείμενοι πάντως στις υποχρεώσεις και τις ευθύνες που προσδιορίζονται από τις διατάξεις του παρόντος.
  3. Στους σκοπούς του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών περιλαμβάνεται και η προαγωγή της Λογιστικής και Ελεγκτικής επιστήμης.

Άρθρο 3 - Υποχρεωτική χρησιμοποίηση

  1. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές είναι αποκλειστικώς αρμόδιοι για την άσκηση του τακτικού ελέγχου της οικονομικής διαχειρίσεως και των οικονομικών καταστάσεων:
  2. α) Των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, πλην των δήμων και κοινοτήτων. 4
    β) Των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου που εξυπηρετούν δημόσιο ή κοινωφελή σκοπό και επιχορηγούνται από το κράτος ή απολαύουν ιδιαιτέρων προνομιών, βάσει ειδικής διατάξεως νόμου ή κατ’ εξουσιοδότηση τούτου.
    γ) Των τραπεζών, των ασφαλιστικών εταιρειών, των εταιρειών επενδύσεων – χαρτοφυλακίου, των εταιρειών διαχειρίσεως αμοιβαίων κεφαλαίων, των εταιρειών χρηματοδοτικών μισθώσεων και των ενώσεων συνεταιριστικών οργανώσεων.
    δ) Των ανωνύμων εταιρειών, εταιρειών περιορισμένης ευθύνης, των ετερορρύθμων κατά μετοχές εταιρειών, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 42 α του Κ.Ν. 2190/1920, και των κοινοπραξιών αυτών.
    ε) Των ενοποιημένων λογαριασμών (οικονομικών καταστάσεων) του άρθρου 100 παρ. 1 του Κ.Ν 2190/1920 των συνδεδεμένων επιχειρήσεων.
    στ) Των ανωνύμων εταιρειών, των οποίων οι μετοχές είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο, καθώς και των ανωνύμων εταιρειών των οποίων το μετοχικό κεφάλαιο, εν λόγω ή εν μέρει, έχει αναληφθεί με δημόσια εγγραφή.
    ζ) Των εταιρειών ή οργανισμών ή και δραστηριοτήτων γενικά που με βάση διατάξεις νόμου υπάγονται στον υποχρεωτικό έλεγχο Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών.

  3. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές είναι επίσης αποκλειστικώς αρμόδιοι για τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, πάνω σε θέματα οικονομικής διαχειρίσεως ή καταστάσεως οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, κοινοπραξίας, ειδικού λογαριασμού ή ομάδας περιουσίας, που απαιτεί λογιστικές γνώσεις. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή διατάσσεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας περί πραγματογνωμοσύνης, είτε με δικαστική πράξη κατά τη διάρκεια δίκης, κατόπιν αιτήσεως διαδίκου που έχει έννομο συμφέρον, είτε με δικαστική απόφαση, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εκούσιας δικαιοδοσίας, μετά από αίτηση οποιασδήποτε διοικητικής αρχής ή υπηρεσίας του κράτους που έχει αρμοδιότητα προς τούτο και εφόσον επικαλείται και αποδεικνύει ότι συντρέχει προς τούτο λόγος δημοσίου συμφέροντος.
  4. Στις περιπτώσεις αυτές η αμοιβή του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος και καταβάλλεται από τον αιτούντα τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.

  5. Όπου κατά τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας τα εμπορικά βιβλία συνιστούν μέσα αποδείξεως, το Δικαστήριο, αντί της εμφανίσεως των βιβλίων, μπορεί να διατάξει, είτε κατ’ αίτηση τινός των διαδίκων, είτε αυτεπαγγέλτως, έλεγχο και θεώρηση των βιβλίων από Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή. Η νομοτύπως συντασσόμενη έκθεση του τελευταίου συνιστά πλήρη απόδειξη για το αντικείμενο για το οποίο διετάχθη. Η αμοιβή του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή καθορίζεται από το Δικαστήριο και στην μεν πρώτη περίπτωση καταβάλλεται από τον αιτούντα διάδικο, ενώ στη δεύτερη περίπτωση που διατάσσεται αυτεπαγγέλτως καταβάλλεται κατ’ ισομοιρία από τους διαδίκους.

Άρθρο 4 - Άρνηση παροχής υπηρεσιών – Εξαίρεση – Αντικατάσταση

5

Άρθρο 5 - Σύνθεση του Σώματος

6
  1. Το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών αποτελείται από τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές και τους Ασκούμενους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές.
  2. 7 «Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές έχουν πλήρη τα δικαιώματα και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του μέλους του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και ασκούν ελευθέρως και υπό ιδία ευθύνη τις εργασίες που αναφέρονται στο άρθρο 3 του παρόντος. Η ανάληψη και εκτέλεση των ελέγχων της παραγράφου 1 του ιδίου άρθρου γίνεται πάντοτε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18».
  3. 8 Οι Ασκούμενοι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές βοηθούν τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές στην εκτέλεση του έργου τους, ενεργούντες πάντοτε επ’ ονόματι, για λογαριασμό και υπ’ ευθύνη του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή.

Άρθρο 6 - Όργανα του Σώματος

  1. Τα όργανα του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών είναι:
  2. α) Το Εποπτικό Συμβούλιο
    β) Η Γενική Συνέλευση
    γ) Η Εκτελεστική Γραμματεία
    δ) Το Πειθαρχικό Συμβούλιο και 9
    ε) Το Επιστημονικό Συμβούλιο.

  3. Το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών εκπροσωπείται ενώπιον πάσης Αρχής από τον Πρόεδρο του Εποπτικού Συμβουλίου. Η εκπροσώπηση του Σώματος στους Διεθνής επαγγελματικούς οργανισμούς ενεργείται από τον Πρόεδρο ή άλλο μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου ή στέλεχος του Σώματος οριζόμενο με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου γενικώς ή κατά περίπτωση.
  4. Για τη γραμματειακή και διοικητική εξυπηρέτηση του Σώματος, συνιστάται σ’ αυτό Εκτελεστική Γραμματεία με τις ακόλουθες υπηρεσίες:
  5. α) Υπηρεσία Μητρώου
    β) Γραμματεία Εποπτικού Συμβουλίου
    γ) Διοικητική Υπηρεσία
    δ) Οικονομική Υπηρεσία
    Ο προϊστάμενος της Εκτελεστικής Γραμματείας διορίζεται από το Εποπτικό Συμβούλιο. Για τη στελέχωση των ανωτέρω υπηρεσιών συνιστώνται μέχρι 30 (τριάντα) θέσεις υπαλλήλων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Η πλήρωση των ως άνω θέσεων γίνεται με διαγωνισμό διεξαγόμενο από το Εποπτικό Συμβούλιο.

  6. Το Επιστημονικό Συμβούλιο αποτελείται από τέσσερα μέλη και τον Πρόεδρο που εκλέγονται μεταξύ των εν ενεργεία ή πρώην Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή και καθηγητών Α.Ε.Ι στα γνωστικά αντικείμενα της λογιστικής ή ελεγκτικής, από τη Γενική Συνέλευση του Σώματος κατά τα οριζόμενα στο επόμενο άρθρο. Το Επιστημονικό Συμβούλιο καταρτίζει ή επεξεργάζεται τους κανονισμούς, οδηγίες και άλλα επιστημονικά κείμενα της αρμοδιότητας του Εποπτικού Συμβουλίου και γνωμοδοτεί επί των παραπεμπομένων σ’ αυτό ζητημάτων. Επίσης, το Επιστημονικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο για την εξέταση και αντιμετώπιση τεχνικών ή πρακτικών ζητημάτων σχετικών με την άσκηση ποιοτικού ελέγχου επί της εργασίας των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών. Ειδικότερα το Επιστημονικό Συμβούλιο μπορεί να εξετάζει τα φύλλα εργασίας που στηρίζουν τη γνώμη του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή και να υποβάλει σχετική έκθεση στο Εποπτικό Συμβούλιο αν και όποτε του ζητηθεί ή και σε περιπτώσεις που υπάρχουν επώνυμες καταγγελίες. Οι έλεγχοι του Επιστημονικού Συμβουλίου δεν αποτελούν παρέμβαση στο έργο των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών. Η γραμματειακή εξυπηρέτηση του Επιστημονικού Συμβουλίου γίνεται από τη Γραμματεία του Εποπτικού Συμβουλίου.

Άρθρο 7 - Γενική Συνέλευση

  1. Η Γενική Συνέλευση του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών αποτελείται από τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές, που είναι εγγεγραμμένοι στο κατά το άρθρο 13 Μητρώο και δεν τελούν σε αναστολή ασκήσεως του επαγγέλματος κατά το άρθρο 22 του παρόντος. Η Γενική Συνέλευση αποτελεί το ανώτατο όργανο του Σώματος που εξετάζει και αποφασίζει επί παντός θέματος που αναγράφεται στην ημερήσια διάταξη και αφορά στην οργάνωση και άσκηση του επαγγέλματος των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών. Στην Γενική Συνέλευση δεν έχουν δικαίωμα συμμετοχής οι ελεγκτικές εταιρείες και οι κοινοπραξίες Ελεγκτών.
  2. Η Γενική Συνέλευση συνέρχεται τακτικώς άπαξ του έτους και μάλιστα εντός τεσσάρων μηνών από τη λήξη του οικονομικού έτους, μετά από πρόσκληση του Εποπτικού Συμβουλίου, για την έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων και του προϋπολογισμού του Σώματος, για τη διενέργεια των υπό του παρόντος προβλεπομένων αρχαιρεσιών και για οποιοδήποτε άλλο θέμα εγγραφεί στην ημερήσια διάταξη, είτε με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου είτε κατόπιν προτάσεως υπογεγραμμένης από δέκα (10) τουλάχιστον Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές και υποβαλλομένης στο Εποπτικό Συμβούλιο προ της λήξεως εκάστου οικονομικού έτους.
  3. Η Γενική Συνέλευση συνέρχεται εκτάκτως όταν συγκληθεί από το Εποπτικό Συμβούλιο, κατόπιν αποφάσεως του ιδίου ή προτάσεως υπογεγραμμένης από το εν τέταρτον των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών.
  4. Η Γενική Συνέλευση εκλέγει ανά τριετία τους Προέδρους και τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου και του Επιστημονικού Συμβουλίου. Η εκλογή γίνεται χωριστά για κάθε κατηγορία βάσει ενιαίου ψηφοδελτίου.
  5. Η Γενική Συνέλευση ορίζει Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή που δεν υπήρξε επί έξι τουλάχιστον έτη μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου, ο οποίος ελέγχει τις οικονομικές καταστάσεις του Σώματος και υποβάλλει το πόρισμά του στη Γενική Συνέλευση. Ειδικότερα ο Ελεγκτής της πρώτης χρήσεως ορίζεται από το Εποπτικό Συμβούλιο. Η αμοιβή του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή καθορίζεται από το Εποπτικό Συμβούλιο.

Άρθρο 8 - Εποπτικό Συμβούλιο

  1. Το Εποπτικό Συμβούλιο αποτελείται από εννέα (9) μέλη και τον Πρόεδρο που εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση κατά τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο.
  2. Το Εποπτικό Συμβούλιο του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών συγκροτείται σε σώμα αμέσως μετά την εκλογή του, εκλέγοντας τον Αντιπρόεδρο αυτού, που αναπληρεί τον Πρόεδρο όταν απουσιάζει ή κωλύεται.
  3. Τα καθήκοντα γραμματέως του Συμβουλίου ασκεί ο Προϊστάμενος της Εκτελεστικής Γραμματείας αναπληρούμενος σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος από υπάλληλο της Εκτελεστικής Γραμματείας οριζόμενο υπό του Προέδρου.
  4. 10 «Η θητεία του Προέδρου και των μελών του Εποπτικού Συμβουλίου, που σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 4 είναι τριετής, δύναται να ανανεούται. Εκλιπόντος ή αποχωρήσαντος του Προέδρου ή μέλους του Εποπτικού Συμβουλίου, ο αναπληρωτής του για το υπόλοιπο της θητείας εκλέγεται με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου».
  5. Το Εποπτικό Συμβούλιο συνεδριάζει εγκύρως παρόντων έξι τουλάχιστον εκ των μελών του. Οι αποφάσεις λαμβάνονται, εφόσον δεν ορίζεται ειδικώς άλλως, με την απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων, η οποία πάντως σε κάθε περίπτωση πρέπει να συγκεντρώνει τέσσερις τουλάχιστον ψήφους.
  6. Στις συνεδριάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου δύναται να παρίστανται, καλούμενα υπό του Προέδρου, τα μέλη του Επιστημονικού Συμβουλίου, καθώς και ο Προϊστάμενος της Εκτελεστικής Γραμματείας χωρίς δικαίωμα ψήφου.
  7. Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου λαμβάνουν αποζημίωση κατά συνεδρίαση του ύψος της οποίας ορίζεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Σώματος. Οι αποζημιώσεις καταβάλλονται κατά παρέκκλιση των ισχουσών διατάξεων, μη εφαρμοζομένων εν προκειμένω των διατάξεων του Ν. 1256/1982.
  8. Τα της συζητήσεως, συνεδριάσεων και λειτουργίας εν γένει του Εποπτικού Συμβουλίου, και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια ορίζονται με τον Κανονισμό Λειτουργίας που συντάσσεται από το Επιστημονικό Συμβούλιο και εγκρίνεται από το Εποπτικό Συμβούλιο.
  9. Οι διατάξεις περί επαγγελματικής εχεμύθειας της παρ. 4 του άρθρου 16 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και στα μέλη και στους υπαλλήλους των οργάνων και υπηρεσιών του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών.

Άρθρο 9 - Αρμοδιότητες Εποπτικού Συμβουλίου

  1. Το Εποπτικό Συμβούλιο ασκεί τη διοίκηση του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ως νομικού προσώπου και είναι επιφορτισμένο με την εποπτεία του έργου των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών.
  2. Το Εποπτικό Συμβούλιο έχει τις αρμοδιότητες που ορίζονται με τις διατάξεις του παρόντος ή ανατίθεται σ’ αυτό με αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης. Ειδικότερα:
  3. α) Έχει την ευθύνη της οικονομικής διαχείρισης του Σώματος, συντάσσει της ετήσιες οικονομικές καταστάσεις και τον προϋπολογισμό του επόμενου έτους και τις υποβάλλει προς έγκριση στη Γενική Συνέλευση του Σώματος.
    β) Προτείνει προς τη Γενική Συνέλευση το ύψος των εισφορών των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και Ασκούμενων Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, καθώς και κάθε άλλη οικονομική υποχρέωση των μελών προς το Σώμα.
    γ) 11
    δ) 12
    ε) 13 Ασκεί, δια των αρμοδίων οργάνων, εποπτεία και έλεγχο επί του Σώματος και επιβλέπει το ασκούμενο από τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές έργο για την τήρηση των νόμων και κανόνων της επαγγελματικής δεοντολογίας και τη διασφάλιση της ποιότητας και διαφάνειας των παρεχομένων από αυτούς υπηρεσιών και του κύρους του επαγγέλματος.
    στ) 14 Εκδίδει κανονισμούς που αφορούν στη διαμόρφωση, συμπλήρωση και εφαρμογή των Ελεγκτικών Προτύπων και την εναρμόνισή τους προς τα κοινοτικά ή άλλα διεθνή πρότυπα.
    ζ) Εκδίδει γενικές οδηγίες που αφορούν στην άσκηση του υπό του παρόντος διατάγματος προβλεπομένων ελέγχων.
    η) (…….) 15
    θ) Αποφασίζει για τη διαγραφή εκ του Σώματος παντός Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 16 του παρόντος.
    ι) Ασκεί κάθε άλλη αρμοδιότητα που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος.

  4. 17 Η αρμοδιότητα του Εποπτικού Συμβουλίου στα υπό στοιχείο ζ΄ θέματα της προηγούμενης παραγράφου ασκείται μετά από προηγούμενη γνώμη του Επιστημονικού Συμβουλίου.

Άρθρο 10 - Διορισμός και

18 19
  1. Ασκούμενος Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής διορίζεται ο επιθυμών να ασκήσει το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή, εφόσον έχει τα ακόλουθα προσόντα και πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Έχει την ελληνική ιθαγένεια ή είναι Έλληνας ομογενής ή υπήκοος κράτους – μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και έχει μόνιμη κατοικία στην Ελλάδα.
β) Δεν συντρέχει στο πρόσωπό του κώλυμα εκ τω αναφερομένων στο Παράρτημα 1 του παρόντος, επιφυλλασσομένων των διατάξεων περί διορισμού ομογενών κατά το εδ. α΄ της παρούσης παραγράφου ή των αλλοδαπών που έχουν δικαίωμα εγκαταστάσεως στην Ελλάδα.

Άρθρο 11 - Επαγγελματικές εξετάσεις

  1. 20 «1. Οι εξετάσεις διενεργούνται από πενταμελή εξεταστική Επιτροπή, η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση του Δ.Σ. της Ε.Λ.Τ.Ε. Αποτελείται από δύο μέλη Δ.Ε.Π. Α.Ε.Ι., το ένα εκ των οποίων ορίζεται ως Πρόεδρος, στο γνωστικό πεδίο της λογιστικής ή της ελεγκτικής και από τρία μέλη του Σ.Ο.Ε.Λ. Η εκπαίδευση των υποψηφίων ορκωτών ελεγκτών μπορεί να γίνει από το Σ.Ο.Ε.Λ., τις Ελεγκτικές Εταιρείες ή άλλους φορείς, οι οποίοι οργανώνουν ειδικά για αυτόν τον σκοπό σεμινάρια. Η διενέργεια των εξετάσεων, η σύσταση και λειτουργία της Εξεταστικής Επιτροπής και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών».21

Άρθρο 12 - Ορκωμοσία

Πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους και την εγγραφή τους στα κατά το άρθρο 13 Μητρώα, τα μέλη του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών δίνουν τον ακόλουθο όρκο: «Ορκίζομαι να τηρώ κατά την άσκηση του επαγγέλματός μου, επακριβώς το Σύνταγμα και τους νόμους του Κράτους, καθώς και τους δεοντολογικούς κανόνες που διέπουν το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή και να εκτελώ τίμια και ευσυνείδητα τα καθήκοντά μου».

Άρθρο 13 - Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών

22

Άρθρο 14 - Πλεονεκτήματα απορρέοντα από τη χρησιμοποίηση Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών

22
  1. Ανώνυμες εταιρείες που προσλαμβάνουν τους Ελεγκτές τους από το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, απολαύουν των κατά το άρθρο 37α του Κ.Ν 2190/1920, «περί Ανωνύμων Εταιρειών», πλεονεκτημάτων.
  2. Ο κατά τα άρθρα 40α έως 40ε του Κ.Ν 2190/1920 διατασσόμενος έλεγχος διαχειρίσεως των ανωνύμων εταιρειών ανατίθεται υποχρεωτικώς σε Ορκωτό ή Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές, εφόσον η ελεγχόμενη εταιρεία έχει τακτικό ελεγκτή λογιστή εκ του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών.
  3. Σε κάθε άλλη περίπτωση έχουν πλήρη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 40α έως 40ε του Κ.Ν 2190/1920.

  4. Για τις επιχειρήσεις οι οποίες υποχρεωτικώς ή προαιρετικώς χρησιμοποιούν Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή, το μετά τον έλεγχο δυνάμενο να εκδοθεί ειδικό πιστοποιητικό που αναφέρεται στο ποσό των καταβληθέντων μισθών και ημερομισθίων και στις αποδοχές εν γένει του απασχοληθέντος προσωπικού, απαλλάσσει τις επιχειρήσεις οιουδήποτε επανελέγχου επί του σημείου τούτου εκ μέρους ασφαλιστικού οργανισμού.
  5. Ο Προϊστάμενος της αρμόδιας Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, προκειμένου να καθορίσει τη φορολογική υποχρέωση των ανωνύμων εταιρειών, μπορεί να περιορισθεί και να λάβει υπ’ όψη του αποκλειστικώς το παρά του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή εκδιδόμενο ειδικό πιστοποιητικό ελέγχου περί του φορολογητέου εισοδήματος της επιχειρήσεως, εφόσον στο εν λόγω πιστοποιητικό γίνεται ρητή μνεία ότι εκδίδεται για φορολογικούς σκοπούς και ότι κατά τον έλεγχο των οικονομικών αποτελεσμάτων ελήφθησαν υπόψη οι διατάξεις των νόμων περί φορολογίας εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, καθώς και οποιαδήποτε άλλη διάταξη σχετική νόμου.
  6. Στη περίπτωση αυτή, ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής οφείλει να παράσχει στον Προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. κάθε πληροφορία ή εξήγηση, την οποία ο τελευταίος ήθελε ζητήσει σε σχέση με τον τρόπο τηρήσεως των βιβλίων και στοιχείων, τις εγγραφές που έγιναν σ’ αυτά και γενικώς κάθε αναγκαίο στοιχείο ή διευκρίνιση, για τον προσδιορισμό της φορολογικής ύλης.

  7. 23 «Οι ελληνικές ανώνυμες εταιρείες που δεν υπόκεινται στον υποχρεωτικό έλεγχο Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, μπορούν να εκλέγουν τους τακτικούς ελεγκτές λογιστές τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18. Στην περίπτωση αυτή, η εκλεγόμενη εταιρεία ή κοινοπραξία ελεγκτών μπορεί να διορίζει ένα μόνο Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή προς διενέργεια του τακτικού ελέγχου, αντί των προβλεπόμενων δύο τουλάχιστον τακτικών ελεγκτών λογιστών.
  8. Οι διατάξεις των άρθρων 16 και 18 του παρόντος εφαρμόζονται αναλόγως και σε κάθε περίπτωση που η ελεγχόμενη μονάδα χρησιμοποιεί προαιρετικά τις υπηρεσίες Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή για τη διενέργεια τακτικού ελέγχου επί της οικονομικής διαχειρίσεως και των οικονομικών καταστάσεων της».

Άρθρο 15 - Ασυμβίβαστα - Απαγορεύσεις

24
  1. Το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή είναι ασυμβίβαστο προς:
  2. α) Την ιδιότητα του εμπόρου, β) την ιδιότητα του δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου Ν.Π.Δ.Δ., δικηγόρου ή συμβολαιογράφου, γ) οποιαδήποτε έμμισθη υπηρεσία σε ιδιωτική επιχείρηση ή νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, ή οργανισμό ή την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου ανωνύμων εταιρειών ή διαχειριστού ΕΠΕ, πλην των συνιστωμένων κατά το άρθρο 17 του παρόντος, δ) την τήρηση λογιστικών βιβλίων και ε) κάθε άλλη περίπτωση όπου υφίσταται ασυμβίβαστο από την κείμενη νομοθεσία.
    Τα ασυμβίβαστα των εδαφίων (γ), (δ) και (ε) συντρέχουν και στις εταιρείες του άρθρου 17 του παρόντος.

  3. Η ιδιότητα του συνδίκου πτωχεύσεως ή του εκκαθαριστού ή του προσωρινού επιτρόπου δεν είναι ασυμβίβαστη προς το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή. Επίσης δεν είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα του μέλους του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών η διδασκαλία θεμάτων Λογιστικής και Ελεγκτικής, εφόσον δεν ασκείται κατ’ επάγγελμα και εφ’ όσον παρέχεται προς τούτο άδεια από το Εποπτικό Συμβούλιο.
  4. 25 «Δεν είναι ασυμβίβαστη με το επάγγελμα του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή η διενέργεια ειδικού ελέγχου επί ορισμένων θεμάτων. Ο διενεργήσας τον ειδικό έλεγχο καθώς και εταιρεία ή Κοινοπραξία Ελεγκτών Λογιστών της οποίας είναι αυτός εταίρος, διαχειριστής ή μέτοχος αποκλείονται της ασκήσεως του τακτικού ελέγχου της οικονομικής διαχειρίσεως και των οικονομικών καταστάσεων της επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή οργανισμού του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα όπου διενεργήθηκε ο ειδικός έλεγχος κατά τη διάρκειά του και ένα έτος μετά την περάτωσή του. Ως ειδικός έλεγχος επί ορισμένων θεμάτων νοείται κυρίως η διενέργεια ειδικής πραγματογνωμοσύνης κατ’ εντολή δικαστηρίου και η αναμόρφωση ή προσαρμογή των λογαριασμών και των οικονομικών καταστάσεων προς αλλοδαπά ή διεθνή λογιστικά και ελεγκτικά πρότυπα».

  5. Στον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή απαγορεύεται η απόκτηση καθ’ οιοδήποτε τρόπο μετοχών της ελεγχομένης από αυτόν εταιρείας, ο προς αυτήν δανεισμός ή αντιστρόφως, καθώς και η παροχή εγγυήσεως προς τρίτον από αυτήν υπέρ του ελέγχοντος ή αντιστρόφως.
  6. 26 «Απαγορεύεται στον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή η ατομικώς ή δια τρίτου ανάληψη και διενέργεια οποιασδήποτε ελεγκτικής ή άλλης εργασίας, που δεν του ανατέθηκε από εταιρεία ή κοινοπραξία ελεγκτών στην οποία ανήκει.
  7. Επίσης, απαγορεύεται σε κάθε εταιρεία ή κοινοπραξία ελεγκτών, η ασφαλιστική κάλυψη αυτής ή των μετόχων, εταίρων ή κοινοπρακτούντων μελών της, σε ελεγχόμενη απ’ αυτή ασφαλιστική εταιρεία για ευθύνη αναφερόμενη στην παράγραφο 1 του άρθρου 19».

  8. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως σε όλο το ελεγκτικό προσωπικό.

Άρθρο 16 - Ελεγκτικό Έργο και

27 28

Άρθρο 17 - Εταιρείες ή κοινοπραξίες Ελεγκτών

  1. 29 «Το Εποπτικό Συμβούλιο εγγράφει στην ιδιαίτερη μερίδα του μητρώου της παραγράφου 5 του άρθρου 13 μόνο τις εταιρείες ή κοινοπραξίες δύο τουλάχιστον Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (ελεγκτικούς φορείς) που πληρούν τις ακόλουθες προϋποθέσεις».
  2. 30 α) …… , β) ……
    γ)31 «Η εταιρεία ή κοινοπραξία ελεγκτών πρέπει να έχει πλήρη οικονομική και λειτουργική αυτοτέλεια και ανεξαρτησία από οποιοδήποτε ελεγχόμενο ή άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο, καθώς και επαρκή δύναμη σε ελεγκτικό προσωπικό για την καλή και έγκαιρη εκτέλεση των αναλαμβανομένων ελέγχων.
    δ)32 Αντίγραφο του αρχικού και κάθε τροποποίησης καταστατικού ή άλλου ανάλογου ή σχετικού εγγράφου, που κανονίζει και διέπει τα της εταιρείας ή κοινοπραξίας ελεγκτών, υποβάλλεται στο Εποπτικό Συμβούλιο, μαζί με ονομαστικό κατάλογο που περιλαμβάνει τους αριθμούς μητρώου Σ.Ο.Ε.Λ όλων των μετόχων ή εταίρων ή κοινοπρακτούντων μελών της, καθώς και όλων των λοιπών Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και των Ασκούμενων Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, που ανήκουν στη δύναμη του ελεγκτικού προσωπικού της και παρέχουν αποκλειστικά σ’ αυτή τις υπηρεσίες τους ως ελεύθεροι επαγγελματίες ή με σχέση εξαρτημένης εργασίας».

  3. Είσοδος νέων εταιρειών ή μετόχων ή η μεταβίβαση εταιρικών μεριδίων ή μετοχών εταιρειών ή κοινοπραξιών Ελεγκτών επιτρέπεται μόνο σε Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές εγγεγραμμένους στο Μητρώο και μόνο κατόπιν συμφωνίας των λοιπών μετόχων ή εταίρων, εφόσον το καταστατικό δεν προβλέπει ειδική πλειοψηφία προς λήψη αποφάσεως επί του θέματος αυτού. Η αποχώρηση εταίρου ή μετόχου επιτρέπεται πάντοτε μετά από προηγούμενη έγγραφη γνωστοποίηση στην εταιρεία και το Εποπτικό Συμβούλιο. Η αποχώρηση είναι υποχρεωτική στην περίπτωση διαγραφής του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή από το Μητρώο για οποιονδήποτε λόγο ή αιτία.
  4. Στις περιπτώσει κατά τις οποίες δεν εγκρίνεται από τους υπολοίπους εταίρους ή μετόχους η μεταβίβαση του μεριδίου ή των μετοχών του αποχωρούντος ή αποβιώσαντος εταίρου ή μετόχου σε τρίτο, ή δεν συμφωνείται η αγορά αυτών από ορισμένους ή όλους τους υπολοίπους, η οφειλόμενη στον αποχωρούντα ή στους κληρονόμους του αποβιώσαντος αποζημίωση καθορίζεται από Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή κοινής αποδοχής ή, σε περίπτωση μη συμφωνίας, επιλεγόμενο από το Εποπτικό Συμβούλιο μετά από αίτηση του παραπάνω εταίρου ή μετόχου ή των καθολικών διαδόχων αυτού.
  5. Η αποβολή εταίρου ή μετόχου επιτρέπεται μόνο για σπουδαίο λόγο και γίνεται με ομόφωνη απόφαση όλων των λοιπών εταίρων ή μετόχων, εφ’ όσον το καταστατικό δεν προβλέπει ειδική πλειοψηφία επί του θέματος. Σπουδαίος λόγος θεωρείται ιδίως η βαρεία παράβαση των κανόνων ασκήσεως του επαγγέλματος και η ανικανότητα στην άσκησή του, που είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση του κύρους και της φήμης της εταιρείας. Σε περίπτωση αμφισβητήσεως της συνδρομής σοβαρού λόγου, αποφαίνεται το Εποπτικό Συμβούλιο, κατόπιν προσφυγής του αποβαλλομένου εταίρου ή μετόχου.
  6. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές επιτρέπεται να συμμετέχουν σε μία μόνο εταιρεία ή κοινοπραξία Ελεγκτών.

Άρθρο 18 - Ανάθεση του ελέγχου – Αμοιβή

33
  1. «α. Για κάθε έλεγχο της παραγράφου 1 του άρθρου 3, τα κατά νόμον αρμόδια όργανα εκλέγουν σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις μία τουλάχιστον από τις εταιρείες ή κοινοπραξίες ελεγκτών που είναι εγγεγραμμένες στο ειδικό Μητρώο της παραγράφου 5 του άρθρου 13, η οποία αναθέτει την ευθύνη του συγκεκριμένου ελέγχου σε έναν τουλάχιστον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή, διορίζοντάς τον για το σκοπό αυτό με τον αναπληρωματικό του.
  2. β. Κάθε οικονομική μονάδα που υπόκεινται στην υποχρέωση τακτικού ελέγχου μπορεί να ζητήσει από μία ή περισσότερες εταιρείες ή κοινοπραξίες ελεγκτών πίνακα των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, που ανήκουν στη δύναμη της. Από τον πίνακα αυτό, η προς έλεγχο μονάδα μπορεί να προτείνει στην εκλεγόμενη εταιρεία ή κοινοπραξία το διορισμό ενός ή περισσοτέρων Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, με τους αναπληρωματικούς τους. Η εταιρεία ή κοινοπραξία ελεγκτών αποφασίζει για την αποδοχή ή μη της πρότασης αυτής.
    γ. Η κατά τα άνω εκλογή εταιρείας ή κοινοπραξίας και ο διορισμός Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ή Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, υπόκεινται στις ρυθμίσεις και τους περιορισμούς των διατάξεων του παρόντος άρθρου.

  3. Κατά την ανάληψη των ελέγχων που προβλέπονται από την προηγούμενη παράγραφο 1 διασφαλίζεται η ανεξαρτησία από την ελεγχόμενη μονάδα, τόσο της εκλεγόμενης εταιρείας ή κοινοπραξίας ελεγκτών, όσο και του διοριζόμενου τακτικού ελεγκτή, καθώς και η δυνατότητα καλής και έγκαιρης εκτέλεσης του κάθε αναλαμβανόμενου ελέγχου. Ειδικότερα:
  4. α. 34
    β. (Εναλλαγή των ελεγκτών) 35
    γ. Η συνολική απασχόληση Ασκούμενου ή Ασκούμενων Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών σε κάθε συγκεκριμένο έλεγχο δεν υπερβαίνει το σύνολο των ωρών απασχόλησης του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή και του λοιπού ελεγκτικού προσωπικού του στον ίδιο έλεγχο.

  5. α. Στην κατά την παράγραφο 1 εκλεγόμενη εταιρεία ή κοινοπραξία ελεγκτών αποστέλλεται έγγραφη ειδοποίηση – εντολή από τη διοίκηση της προς έλεγχο μονάδας, μέσα σε πέντε (5) ημέρες από την ημερομηνία της εκλογής. Στην εντολή περιλαμβάνεται και το όνομα ή τα ονόματα των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών που ενδεχομένως προτείνονται από την προς έλεγχο μονάδα. Αν το Ελεγκτικό Γραφείο αποδέχεται τη διενέργεια του ελέγχου, οφείλει μέσα σε ένα μήνα από τη λήψη της εντολής να γνωστοποιήσει στην προς έλεγχο οντότητα και στο Εποπτικό Συμβούλιο του Σ.Ο.Ε.Λ. το όνομα του νόμιμου ελεγκτή ή ελεγκτών στους οποίους ανέθεσε την ευθύνη του συγκεκριμένου ελέγχου.36
  6. β. Ο εκλεγόμενος νόμιμος ελεγκτής ή ελεγκτικό γραφείο οφείλει να αποποιηθεί αμέσως την εκλογή του, αν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των περίπτωσης γ΄ της προηγούμενης παραγράφου 2, γνωστοποιώντας την αποποίησή του και στο Εποπτικό Συμβούλιο του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.). Η μη τήρηση της υποχρέωσης αυτής συνιστά πειθαρχικό αδίκημα και συνεπάγεται την επιβολή χρηματικής ποινής από δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, ανάλογα με την βαρύτητα της παράβασης και την ενδεχόμενη υποτροπή. Για τη διαπίστωση της παράβασης και την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής αποφασίζει το Πειθαρχικό Συμβούλιο της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (Ε.Λ.Τ.Ε.).

    γ. Αν ο νόμιμος ελεγκτής ή το ελεγκτικό γραφείο δεν αποποιείται τον έλεγχο, οφείλει μέσα σε ένα μήνα από τη λήψη της εντολής να γνωστοποιήσει στην προς έλεγχο οντότητα και στο Εποπτικό Συμβούλιο του Σ.Ο.Ε.Λ. τις προϋπολογιζόμενες ώρες πραγματοποίησης του ελέγχου αυτού. Οι ώρες αυτές, συνυπολογιζόμενων και των ωρών άλλων ελέγχων που έχουν ήδη ανατεθεί σε ένα νόμιμο ελεγκτή και πρέπει να πραγματοποιηθούν μέσα στη δωδεκάμηνη περίοδο από 1ης Ιουλίου εκάστου έτους μέχρι την 30ή Ιουνίου του επόμενου, δεν μπορεί να υπερβαίνουν το ανώτατο όριο ετήσιας απασχόλησης του ίδιου και του απασχολούμενου από αυτόν ελεγκτικού προσωπικού, όπως το όριο αυτό καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Ε.Λ.Τ.Ε. Τυχόν υπέρβαση του πιο πάνω ορίου, συνιστά πειθαρχικό αδίκημα και συνεπάγεται την επιβολή χρηματικής ποινής από δεκαπέντε χιλιάδες (15.000) ευρώ μέχρι εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, ανάλογα με την βαρύτητα της παράβασης και την ενδεχόμενη υποτροπή. Για την διαπίστωση της παράβασης και την επιμέτρηση της χρηματικής ποινής αποφασίζει το Πειθαρχικό Συμβούλιο της Ε.Λ.Τ.Ε. 37

  7. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής που διορίστηκε για τον τακτικό έλεγχο έχει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του άρθρου 16 και υπογράφει το σχετικό Πιστοποιητικό ή την Έκθεση Ελέγχου επ’ ονόματί του και για λογαριασμό της εταιρείας ή κοινοπραξίας που του ανέθεσε τον έλεγχο. Αντίγραφο των δημοσιευμένων οικονομικών καταστάσεων αποστέλλεται από τον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή στο Εποπτικό Συμβούλιο, μέσα σε δύο μήνες από την έκδοση του Πιστοποιητικού Ελέγχου, μαζί με ανάλυση των ωρών απασχόλησης του ιδίου και του καθενός από το βοηθητικό προσωπικό του στο συγκεκριμένο έλεγχο.
  8. Αν ο τακτικός έλεγχος των οικονομικών καταστάσεων μιας οικονομικής μονάδας ανατίθεται σε δύο ή περισσότερους τακτικούς ελεγκτές που διορίστηκαν από μία ή περισσότερες εταιρείες ή κοινοπραξίες ελεγκτών, οι ελεγκτές διενεργούν από κοινού τον έλεγχο και ευθύνονται εις ολόκληρον για κάθε βλάβη από τη χρήση του Πιστοποιητικού Ελέγχου. Οι ελεγκτές εκδίδουν ενιαίο Πιστοποιητικό Ελέγχου, στο οποίο διαχωρίζουν τη γνώμη τους σε περίπτωση διαφωνίας.
  9. Η αμοιβή ελέγχου της παραγράφου 1 του άρθρου 3 καθορίζεται με ελεύθερη συμφωνία των μερών, ιδίως βάσει των προϋπολογιζόμενων ωρών διενέργειας του ελέγχου από το νόμιμο ελεγκτή ή το ελεγκτικό γραφείο.
  10. Οι νόμιμοι ελεγκτές και τα ελεγκτικά γραφεία μπορούν να αναρτούν ενδεικτικές ωριαίες τιμές και τα κριτήρια εφαρμογής τους στο διαδικτυακό τους τόπο.38

  11. Κάθε ανάθεση τακτικού ελέγχου καταχωρίζεται σε ειδικές μερίδες κατά Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή και εταιρεία ή κοινοπραξία ελεγκτών λογιστών, τις οποίες τηρεί το Εποπτικό Συμβούλιο για την παρακολούθηση, τόσο της προσωπικής συμμετοχής του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή στους ανατιθέμενους σ’ αυτόν ελέγχους και της τήρησης του καθοριζόμενου από το Εποπτικό Συμβούλιο ανώτατου ορίου ετήσιας απασχόλησης του κάθε Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή και του ελεγκτικού προσωπικού του, όσο και της τήρησης των λοιπών διατάξεων της παραγράφου 2 αυτού του άρθρου. Η μη έγκαιρη συμμόρφωση εταιρείας ή κοινοπραξίας ελεγκτών στις επιβαλλόμενες σε βάρος της χρηματικές ποινές, πέρα από τις διαδικασίες της παραγράφου 1 του πιο κάτω άρθρου 23, επισύρει και την ποινή της πρόσκαιρης διαγραφής, μέχρι ενός έτους, των μελών της διοίκησης ή διαχείρισής της από το μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, η οποία αποφασίζεται από το Πειθαρχικό Συμβούλιο».

Άρθρο 19 - Ευθύνη - Ασφαλιστική κάλυψη

39

Άρθρο 20 - Πειθαρχικός Έλεγχος

40

Άρθρο 21 - Πειθαρχικός Έλεγχος Διαγραφή εκ του Μητρώου

41
  1. Παν μέλος του Σώματος διαγράφεται εκ του Μητρώου εφόσον:
    α) Τιμωρηθεί πειθαρχικώς με την ποινή της οριστικής παύσεως ή δύο φορές με προσωρινή παύση.
    β) Καταστεί πνευματικώς ανίκανος προς άσκηση των καθηκόντων του.
    γ) Καταδικαστεί τελεσιδίκως με απόφαση ποινικού δικαστηρίου σε οποιαδήποτε ποινή για ένα ή περισσότερα από τα αδικήματα που αναφέρονται στο Παράρτημα 1 του παρόντος.
    δ) Υποβάλλει παραίτηση.
    ε) «Συμπληρώσει το 70ό έτος της ηλικίας του ή έχει συνταξιοδοτηθεί ενωρίτερα». 42
  2. Η διαγραφή διατάσσεται με απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου και δημοσιεύεται σε δύο ημερήσιες εφημερίδες ή οικονομικά περιοδικά της Πρωτεύουσας. Αν ο διαγραφόμενος ασκούσε το επάγγελμα σε πόλη, εκτός του νομού Αττικής, η μία από τις δύο δημοσιεύσεις γίνεται σε εφημερίδα της περιφέρειας ασκήσεως του επαγγέλματος.

Άρθρο 22 - Αναστολή ασκήσεως επαγγέλματος

43
  1. 44 «Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής που επιθυμεί να διακόψει προσωρινά την άσκηση του επαγγέλματός του υποχρεούται να ενημερώσει γραπτώς το Εποπτικό Συμβούλιο το οποίο μεριμνά για την άμεση εγγραφή του σε ειδικό μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών σε αναστολή. Κατά την διάρκεια της αναστολής άσκησης του ελεγκτικού επαγγέλματος, ο ευρισκόμενος σε αναστολή Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής μπορεί να χρησιμοποιεί τον επαγγελματικό του τίτλο με σαφή ένδειξη ότι τελεί σε αναστολή.
  2. Κατά τη διάρκεια της αναστολής δεν ισχύουν τα ασυμβίβαστα καθήκοντα για την άσκηση του ελεγκτικού επαγγέλματος. Ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής που επανέρχεται στην ενεργό άσκηση του επαγγέλματος μετά την λήξη του χρόνου της αναστολής δεν μπορεί να ορισθεί ως Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής σε επιχείρηση ή Οργανισμό στον οποίο προσέφερε με οποιονδήποτε τρόπο τις υπηρεσίες του κατά την διάρκεια της αναστολής».
  3. 45 «Η εταιρεία ή κοινοπραξία Ελεγκτών Λογιστών που είναι εγγεγραμμένη στο ειδικό Μητρώο της παραγράφου 5 του άρθρου 13, μπορεί να ζητήσει από το Εποπτικό Συμβούλιο την πρόσκαιρη διακοπή ασκήσεως του επαγγέλματος Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή και Ασκούμενου Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή, αν αυτός, για αποδεδειγμένους λόγους υγείας, αδυνατεί να εκτελέσει ελεγκτικό έργο για συνεχές χρονικό διάστημα που διαρκεί περισσότερο από δύο μήνες. Για τους λόγους και το χρόνο της διακοπής αποφαίνεται το Εποπτικό Συμβούλιο με βάση τα προσκομιζόμενα στοιχεία. Αν το Εποπτικό Συμβούλιο εγκρίνει τη διακοπή, αυτή δεν μπορεί να διαρκέσει για συνεχές ή διακεκομμένο χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της διετίας ή για όσο μικρότερο χρονικό διάστημα έπαυσαν να συντρέχουν οι λόγοι εγκρίσεως της διακοπής».
  4. 46 Οι Ασκούμενοι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές μπορούν να διακόπτουν όποτε επιθυμούν την άσκηση του επαγγέλματος. Η διακοπή αυτή αναγγέλλεται υποχρεωτικά στο Εποπτικό Συμβούλιο και καταχωρίζεται στο Μητρώο.

Άρθρο 23 - Πόροι του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών

  1. 47 «Πόροι του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών είναι:
    48 α) Εισφορά 1,2% επί των αμοιβών που τιμολογούνται από τις εταιρείες ή κοινοπραξίες ελεγκτικών εταιρειών».
    β) Οι εισφορές των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και Ασκούμενων Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών που καθορίζονται εκάστοτε με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του Σώματος.
    γ) Οι χρηματικές ποινές και τα πρόστιμα που επιβάλλονται σύμφωνα με το άρθρο 18 και την παράγραφο 4 του άρθρου 20.
    δ) Οι προς το Σώμα δωρεές, κληροδοσίες και κρατικές ή κοινοτικές επιχορηγήσεις.
    ε) Τα έσοδα εκ της διαθέσεως βιβλίων, εντύπων και εν γένει εκδόσεων του Σώματος.
    στ)Τα εισοδήματα εκ της καθ' οιοδήποτε τρόπο εκμεταλλεύσεως της κινητής ή ακινήτου περιουσίας αυτού.
    Τα υπό στοιχεία α, β και γ έσοδα αποδίδονται ευθέως στην οικονομική υπηρεσία του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ανά ημερολογιακό τρίμηνο, και εντός του επόμενου μήνα, με ευθύνη των εταιρειών ή κοινοπραξιών ελεγκτών, της ευθύνης τους καλυπτούσης και τις εισφορές και τα πρόστιμα που οφείλονται από τους συμμετέχοντες Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές και τους απασχολούμενους Ασκούμενους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές. Καθυστερημένες εισφορές, χρηματικές ποινές και πρόστιμα των πιο πάνω περιπτώσεων α, β και γ, εισπράττονται αναγκαστικώς κατά τις διατάξεις περί εισπράξεως δημοσίων εσόδων. Ως εκτελεστός τίτλος χρησιμεύει απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου διαπιστούσα την οφειλή».
  2. Μετά από απόφαση του Εποπτικού Συμβουλίου, παρέχοντος και τη σχετική εξουσιοδότηση, το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών δύναται να συνάπτει δάνεια από τράπεζα ή από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, παρέχων σαν εγγύηση το ποσοστό επί των κατά τη παράγραφο 1 στοιχεία α και β εσόδων.
  3. Οι εγγραφόμενοι στα Μητρώα του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών καταβάλλουν παράβολο εγγραφής που καθορίζεται από το Εποπτικό Συμβούλιο. Τα παράβολα που ισχύουν ορίζονται ως εξής:
    Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές : 1000 ευρώ 49
    Ασκούμενοι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές : 200 ευρώ
    Με αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης μπορεί να δημιουργηθεί συνεγγυητικό κεφάλαιο για την αντιμετώπιση τυχόν επισφαλών απαιτήσεων από τους ελέγχους που είναι υποχρεωτικοί για τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές.
  4. 50 «Με αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου καθορίζεται το κατώτατο εισόδημα διαβίωσης των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και Ασκούμενων Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών για όσο χρόνο τελούν σε πρόσκαιρη διακοπή του επαγγέλματος τους, σύμφωνα με τη παράγραφο 3 του άρθρου 22. Το εισόδημα αυτό καταβάλλεται από το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, αντλούμενο από τους πόρους του παρόντος άρθρου, στο μέτρο που δεν καλύπτεται από το Λογαριασμό Υγείας Μελών του Σ.Ο.Ε.Λ».

Άρθρο 24 - Μεταβατικές διατάξεις

Παράγραφοι 1 – 9 51

  1. Οι Λογαριασμοί Επικουρικής Συνταξιοδότησης, Πρόνοιας και Υγείας του Σώματος Ορκωτών Λογιστών εξακολουθούν να έχουν το δημόσιο χαρακτήρα τους και παραμένουν ως Λογαριασμοί του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και οι εισφορές τους καθίστανται υποχρεωτικές και για τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές και τους Ασκούμενους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές οι οποίοι εντάσσονται στους Ασφαλιστικούς αυτούς Λογαριασμούς. Τους λογαριασμούς αυτούς τους διαχειρίζεται το Εποπτικό Συμβούλιο.
  2. Το πρώτο Εποπτικό Συμβούλιο που θα διοικήσει το Σώμα από την έναρξη ισχύος του παρόντος και μέχρι τη σύγκληση της Τρίτης Τακτικής Γενικής Συνέλευσης του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών συγκροτείται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου. Το αυτό ισχύει και για το πρώτο Επιστημονικό Συμβούλιο του Σώματος.
  3. Προσαρτώνται και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του παρόντος τα παραρτήματα 1, 2 και 3 τα οποία έχουν ως ακολούθως:

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1 - ΚΩΛΥΜΑΤΑ ΔΙΟΡΙΣΜΟΥ ΟΡΚΩΤΟΥ ΕΛΕΓΚΤΗ ΛΟΓΙΣΤΗ

  1. Κωλύματα διορισμού από στρατιωτικές υποχρεώσεις.
    Δεν διορίζεται στο Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών: α) ο μη εγγεγραμμένος εις τα μητρώα αρρένων ή επί θηλέων εις το γενικό μητρώον των δημοτών, β) ο μη εκπληρώσας τις στρατιωτικές αυτού υποχρεώσεις ή μη απαλλαγείς τούτων νομίμως και γ) ο ανυπότακτος ή ο τελεσιδίκως καταδικασθείς επί λιποταξία.
  2. Κώλυμα εκ ποινικής καταδίκης, απαγορεύσεως και δικαστικής αντιλήψεως.
    (α) Δεν διορίζεται στο Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ο καταδικασθείς για κακούργημα, καθώς και ο λόγω καταδίκης στερηθείς των πολιτικών δικαιωμάτων και μετά τη λήξη του ορισθέντος δια τη στέρηση του χρόνου.
    (β) Δεν διορίζεται ωσαύτως ο καταδικασθείς σε οιανδήποτε ποινή για κλοπή, υπεξαίρεση (κοινή και εν υπηρεσία), απάτη, εκβιασμό, πλαστογραφία, απιστία, δωροδοκία, καταπίεση, παράβαση καθηκόντος, έγκλημα κατά των ηθών και συκοφαντική δυσφήμιση. Επίσης δεν διορίζεται ο υπόδικος δια τελεσιδίκου βουλεύματος παραπεμφθείς για κακούργημα ή για κάποια από τα πλημμελήματα που αναφέρονται στη παρούσα παράγραφο.
    (γ) Η παραγραφή αδικήματος για το οποίο διετάχθη παραπομπή με τελεσίδικο βούλευμα, η αποκατάσταση, η αμνηστία και η χάρης μετ' άρσεως των συνεπειών, δεν αίρουν το πιο πάνω κώλυμα.
    (δ) Δεν διορίζεται ο τελών υπό απαγόρευση ή δικαστική αντίληψη.
  3. Κωλύματα εξ ελλείψεως του προσήκοντος ήθους.
    (α)«Ουδείς διορίζεται στο Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, αν δεν έχει το προσήκον ήθος.»52
    (β)Δεν διορίζεται, επίσης, ο απολυθείς από θέση δημοσίου υπαλλήλου ή υπαλλήλου νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με απόφαση συμβουλίου για πειθαρχικούς λόγους πριν από τη πάροδο δεκαπενταετίας από της απολύσεως. Η κατά το προηγούμενο εδάφιο άρση του κωλύματος διορισμού δεν ισχύει επί απολύσεων για τους πειθαρχικούς λόγους που αναφέρονται στις περιπτώσεις των παρ. 1 και 2 του παρόντος.

.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 2 - ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

  1. Παραπομπή στο πειθαρχικό συμβούλιο.
    (α) Εάν το Εποπτικό Συμβούλιο κρίνει ότι ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής ή Ασκούμενος Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα.
    (β) Γενόμενη παραπομπή δεν ανακαλείται.
    (γ) Στο παραπεμπτήριο έγγραφο πρέπει να μνημονεύονται τα συνιστώντα το διωκόμενο παράπτωμα πραγματικά περιστατικά, καθώς και τα υπάρχοντα στοιχεία, τα οποία πιθανολογούν την ενοχή του παραπεμπομένου.
    (δ) Το παραπεμπτήριο έγγραφο κοινοποιείται στον παραπεμπόμενο και αποστέλλεται, μετά του φακέλου της υποθέσεως και ολοκλήρου του ατομικού φακέλου του παραπεμπομένου, στο πειθαρχικό συμβούλιο.

  2. Προανάκριση.
  3. (α) Η προανάκριση συνίσταται σε προκαταρκτική άτυπη συλλογή και καταγραφή πληροφοριών και στοιχείων περί του εικαζομένου πειθαρχικού αδικήματος και των συνθηκών, κάτω από τις οποίες, ετελέσθει τούτο.
    (β) Προανάκριση ενεργεί το μέλος του πειθαρχικού συμβουλίου που ορίζεται με απόφαση αυτού.
    (γ) εάν εκ των συγκεντρωθέντων στοιχείων κρίνει ο ενεργών την προανάκριση, ότι δεν συντρέχει περίπτωση πειθαρχικής διώξεως, τερματίζει την προανάκριση με αιτιολογημένη έκθεση αυτού που υποβάλλει στο πειθαρχικό συμβούλιο για τη λήψη σχετικής απόφασης. Εάν εκ των συγκεντρωθέντων στοιχείων κρίνει ο ενεργών την προανάκριση ότι προκύπτει πειθαρχικό αδίκημα τερματίζει την προανάκριση και υποβάλλει αιτιολογημένη έκθεση στο πειθαρχικό συμβούλιο για τα περαιτέρω. Εάν τέλος κρίνει, ότι το αδίκημα χρήζει περαιτέρω ερεύνης, προβαίνει στην ενέργεια ανακρίσεως.
  4. Ανάκριση.
  5. (α) Την ανάκριση διεξάγει το υπό του Πειθαρχικού Συμβουλίου οριζόμενο μέλος αυτού.
    (β) Ο διεξάγων την ανάκριση ενεργεί τις ανακριτικές πράξεις αυτοπροσώπως, δικαιούται δε να ζητήσει από πάσα διοικητική αρχή ή ειρηνοδίκη ή ειδικό πταισματοδίκη την στην έδρα αυτού ενέργεια ανακριτικής πράξεως.
    (γ) Η ανάκριση είναι μυστική.
    (δ) Η ανάκριση δύναται να επεκταθεί στην έρευνα και άλλων αδικημάτων του παραπεμπομένου, για τα οποία προκύπτουν στοιχεία κατά την πορεία αυτής.
    (ε) Καθήκοντα γραμματέως της ανακρίσεως εκτελεί ο υπό του Πειθαρχικού Συμβουλίου οριζόμενος υπάλληλος της Εκτελεστικής Γραμματείας του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών.
    (στ) Ανακριτικές πράξεις είναι:
    1. Η αυτοψία δημοσίων εγγράφων ή ιδιωτικών κατατεθειμένων σε δημόσια αρχή, ενεργείται στο γραφείο όπου ταύτα φυλάσσονται. Έγγραφα κατεχόμενα από ιδιώτη παραδίδονται στον ενεργούντα την ανάκριση, αποδίδονται δε υποχρεωτικώς ευθύς μετά το πέρας της πειθαρχικής δίκης. Ο ενεργών την ανάκριση υποχρεούται, κατόπιν αιτήσεως του ιδιώτου, να χορηγεί αντίγραφα των παραλειφθέντων εγγράφων ή αποσπασμάτων. Εάν πρόκειται περί εγγράφων αναγκαιούντων στον ιδιώτη προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος, ταύτα ανακοινούνται στον ενεργούντα την ανάκριση εξετάζονται στον τόπο όπου ταύτα ευρίσκονται.
    2. Οι μάρτυρες.
    3. Οι μάρτυρες εξετάζονται ενόρκως σύμφωνα με τις διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας στον τόπο της κατοικίας ή διαμονής τους. Η εξέταση των παρά του παραπεμπομένου προσαγομένων μαρτύρων πέραν των πέντε, απόκειται στην κρίση του διενεργούντος την ανάκριση.
    4. Οι πραγματογνώμονες.
    5. Πραγματογνώμονες ορίζονται δημόσιοι υπάλληλοι, μέλη του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και αξιωματικοί του κατά ξηράν, θάλασσαν και αέρα στρατού, της χωροφυλακής ή της αστυνομίας, ορκίζονται δε πριν από την εκτέλεση της πραγματογνωμοσύνης σύμφωνα με τις διατάξεις της Ποινικής Δικονομίας.
    6. Η εξέταση του παραπεμπομένου.

    Κατά την ανάκριση πρέπει να καλείται οπωσδήποτε για εξέταση ο παραπεμπόμενος. Η μη προσέλευση τούτου ή η άρνηση προς εξέταση δεν κωλύει την πρόοδο της ανάκρισης.

    Περί των ανακριτικών πράξεων συντάσσονται εκθέσεις που υπογράφονται από όλους του συμπράξαντες.

  6. Ενέργειες μετά την ανάκριση.
  7. (α) Ο ενεργήσας την ανάκριση υποβάλλει, μετά το πέρας της ανάκρισης, τον φάκελο αυτής μετά του πορίσματός του στο πειθαρχικό συμβούλιο.
    (β) Ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου, μετά την υποβολή του πορίσματος, δύναται να ορίσει σαν εισηγητή της υποθέσεως ένα από τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου, προκειμένου να αποφασίσει αυτό είτε την κλήση σε απολογία του παραπεμπομένου είτε την άνευ ταύτης απαλλαγή αυτού.
  8. Κλήση του παραπεμπομένου σε απολογία.
  9. (α) Η εξέταση του διωκομένου κατά το στάδιο της ανακρίσεως δεν αναπληρώνει την κλήση σε απολογία.
    (β) Η κλήση σε απολογία καθορίζει σαφώς το αποδιδόμενο πειθαρχικό αδίκημα και τάσσει εύλογο προθεσμία στον παραπεμπόμενο για απολογία, πάντως όχι βραχυτέρα των τριών ημερών. Κατόπιν αιτιολογημένης εγγράφου αιτήσεως του παραπεμπομένου δύναται να παραταθεί η προς απολογία προθεσμία εφ’ άπαξ μέχρι του τριπλασίου της ταχθείσης.
    (γ) Η κλήση σε απολογία επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή στην επαγγελματική κατοικία του παραπεμπομένου. Περί της επιδόσεως ταύτης συντάσσεται αποδεικτικό. Στην περίπτωση αρνήσεως παραλαβής ο επιδίδων συντάσσει πράξη βεβαιούσα την άρνηση.
    (δ) Η μη εμπρόθεσμος υποβολή της απολογίας, της οποίας η κλήσις επεδόθη αποδεδειγμένως, δεν κωλύει την έκδοση της αποφάσεως. Αλλά και η εκπροθέσμως υποβληθείσα προ της εκδόσεως της αποφάσεως λαμβάνεται υπόψη.
    (ε) Η ενώπιον του πειθαρχικού συμβουλίου προσέλευση του παραπεμπομένου και απολογία αυτού, να καλύπτει την παράλειψη της κλήσεως σε απολογία.
    (στ) Μετά την κλήση σε απολογία η υπόθεση πρέπει να περατωθεί με απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου.
  10. Απολογία
  11. (α) Η απολογία υποβάλλεται εγγράφως. Κατ’ εξαίρεση, για εύλογο αιτία, δύναται να επιτραπεί από το πειθαρχικό συμβούλιο η προφορική τοιαύτη κατόπιν αιτήσεως του παραπεμπομένου.
    (β) Η έγγραφος απολογία παραδίδεται επί αποδείξει στον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου ή διαβιβάζεται σ’ αυτόν με δικαστικό επιμελητή.
    (γ) Προ πάσης απολογίας δικαιούται ο παραπεμπόμενος να λάβει γνώση τις σχηματισθείσας δικογραφίας. Περί τούτου συντάσσεται πράξη, η οποία υπογράφεται υπό του μέλους του πειθαρχικού συμβουλίου του τηρούντος τον φάκελο και υπό του λαβόντος γνώση αυτού, ή, σε άρνηση του δευτέρου, υπό μόνον του πρώτου.
    (δ) Ο καλούμενος σε απολογία δικαιούται να ζητήσει δια της απολογίας του εύλογο προθεσμία για την υποβολή εγγράφων στοιχείων, η παροχή της οποίας απόκειται στην κρίση του πειθαρχικού συμβουλίου.
  12. Προσδιορισμός δικασίμου - Αυτοπρόσωπος παράσταση.
  13. (α) Μετά την υποβολή της απολογίας ή την παρέλευση της προς τούτο προθεσμίας, ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου με πράξη του προσδιορίζει την ημέρα της δίκης, ανακοινούμενη εγγράφως και εγκαίρως, πάντως όμως τουλάχιστον προ 48 ωρών, στον παραπεμπόμενο.
    (β) Το πειθαρχικό συμβούλιο δικαιούται να απαιτήσει την ενώπιον αυτού αυτοπρόσωπη παράταση του παραπεμπομένου. Το αυτό δικαίωμα έχει και ο παραπεμπόμενος.
    (γ) Στη περίπτωση που το πειθαρχικό συμβούλιο κρίνει αναγκαία τη συμπλήρωση της ανακρίσεως ή την προφορική υποστήριξη της απολογίας, δύναται να αποφασίσει την αναβολή της δίκης.
    (δ) Αναβληθείσης της δίκης, ο πρόεδρος του πειθαρχικού συμβουλίου προσδιορίζει άλλη δικάσιμο, η οποία ανακοινούται εγκαίρως στον παραπεμπόμενο.
    (ε) Η παράσταση ή συμπαράσταση πληρεξουσίου δικηγόρου ή άλλου απαγορεύεται. 53
  14. Εξαίρεση μελών του πειθαρχικού συμβουλίου.
  15. Ο παραπεμπόμενος δύναται να ζητήσει εφάπαξ την εξαίρεση ενός κατ’ ανώτατο όριο μέλους του πειθαρχικού συμβουλίου. Επί της σχετικής αιτήσεως εξαιρέσεως, η οποία πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως στον πρόεδρο του πειθαρχικού συμβουλίου δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση της υποθέσεως, να είναι αιτιολογημένη και να συνοδεύεται από τα υπάρχοντα τυχόν δικαιολογητικά, αποφαίνεται κατά πλειοψηφία, οριστικώς και τελεσιδίκως, το πειθαρχικό συμβούλιο, συντιθέμενο εκ των λοιπών μελών αυτού, με αιτιολογημένη απόφαση που καταχωρείται στα πρακτικά. Το μέλος υπέρ της εξαιρέσεως του οποίου απεφάνθη το συμβούλιο αντικαθίσταται από τον αναπληρωτή του.
  16. Εκτίμηση αποδείξεων.
  17. (α) Το πειθαρχικό συμβούλιο εκτιμά τις προσαχθείσες αποδείξεις κατ’ ελευθέρα κρίση.
    (β) Το πειθαρχικό συμβούλιο δύναται, προς μόρφωσιν της κρίσεώς του, να λάβει υπ’ όψη και αποδεικτικά στοιχεία μη προκύπτοντα από πειθαρχική διαδικασία, αλλά από άλλη διαδικασία νομίμως συστημένη, εφόσον έλαβε γνώση αυτών ο παραπεμπόμενος.
    (γ) Αδικήματα, για τα οποία ο παραπεμπόμενος δεν εκλήθη σε απολογία, δεν δύναται να αποτελέσουν αντικείμενο της δίκης.
    (δ) Η απόφαση πρέπει να στηρίζεται επί αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων και όχι απλών υπονοιών και να είναι αιτιολογημένη τόσον για την διαπίστωση της ενοχής, όσο και για την επιβολή της ποινής.
  18. Πειθαρχική απόφαση.
  19. (α) Πάσα πειθαρχική απόφαση εκδίδεται εγγράφως.
    (β) Στην απόφαση μνημονεύονται:
    1. ο τόπος και ο χρόνος της εκδόσεως,
    2. το όνομα των μελών του πειθαρχικού συμβουλίου,
    3. το όνομα και η βαθμίδα του κριθέντος,
    4. το αποδιδόμενο πειθαρχικό αδίκημα, ο χρόνος και ο τόπος της εκτελέσεως αυτού,
    5. η απολογία και η τυχόν προφορική υποστήριξη αυτής ή η μη υποβολή απολογίας και η κλήση ή μη κλήση σε προφορική ανάπτυξη της απολογίας.
    6. η αιτιολογία της απόφασης,
    7. εάν ελήφθη ομοφώνως ή κατά πλειοψηφίαν, και
    8. η αθώωση του κριθέντος ή η επιβαλλόμενη ποινή.

    Το υπό στοιχείον (V) μέρος της αποφάσεως μνημονεύεται περιληπτικώς.
    (γ) Η πειθαρχική απόφαση υπογράφεται από τα μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου.
    (δ) Αντίγραφο της πειθαρχικής απόφασης κοινοποιείται στον κριθέντα και το Εποπτικό Συμβούλιο του Σ.Ο.Ε.Λ .
    (ε) Η κατά την προηγούμενη παράγραφο κοινοποίηση της απόφασης στον κριθέντα ενεργείται με δικαστικό επιμελητή.
    (στ) Ανάκληση εκδοθείσας πειθαρχικής απόφασης δεν επιτρέπεται.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 3 - ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΣΤΙΣ ΛΟΙΠΕΣ ΧΩΡΕΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ

ΧΩΡΑ ΤΙΤΛΟΣ ΕΛΕΓΚΤΗ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ
Βέλγιο Reviseur d’ Enterprises Institut des Reviseurs d’Enterprises
Γαλλία Commissaire aux Comptes

Compagnie Nationale des Dommisaires aux
Comptes

Γερμανία Wirtschaftspruefer

Institut der Wirtschaftspruefer

Δανία Statsautoriseret Revisor

Foreningen at Statsautiriserede Revisorer

Ιρλανδία Chartered Accountant

Institute of Chartered Accountants in Ireland

Ισπανία Censor Jurado de Cuentas Institute de Censores Jurados de Cuentas
Ιταλία Dottore Commersialista

Consiglio Nationale dei Dottori Commercialisti

Λουξεμβούργο Reviseur d’ Enterprises Institut des Reviseurs d’Enterprises
Μεγάλη Βρετανία Chartered Accountant

Institute of Chartered Accountants in England and Wales

  Chartered Accountant

Institute of Chartered Accountants of Scotland

  Certified Accountant

Charted Association of Certified Accountants

Ολλανδία Registeraccountant Netherlands Institute van Registeraccountant
Πορτογαλία Revisor oficial de Contas Camara dos Revisores oficials de Contas

Άρθρο 25 - Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από της δημοσιεύσεώς του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Η εφαρμογή των ρυθμίσεων του παρόντος αρχίζει μετά ένα (1) έτος από της ημερομηνίας της δημοσιεύσεώς του κατά τα ανωτέρω.54

Π.Δ 227 της 10/14.7.1992

1)περί προσαρμογής των διατάξεων της νομοθεσίας για τις Ανώνυμες Εταιρείες και Εταιρείες Περιορισμένης Ευθύνης, προς τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 75 του Ν. 1969/1991,
2) πόρων λειτουργίας του Εποπτικού Συμβουλίου του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Έχοντας υπόψη:

  1. Τις διατάξεις του άρθρου 75 παρ. 3 του Ν. 1969/1991 «Εταιρείες Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου, Αμοιβαία Κεφάλαια κ.λ.π» (Α΄ 167).
  2. Την υπ’ αριθ. 329/1992 γνωμοδότηση του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Μετά από πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου, αποφασίζουμε:

Άρθρο 1

«Όπου στην κείμενη νομοθεσία προβλέπεται υποχρεωτικώς έλεγχος της οικονομικής διαχειρίσεως Ανωνύμων Εταιριών και Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης από Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές, ο έλεγχος ανατίθεται σε εταιρία ή κοινοπραξία ελεγκτών που είναι εγγεγραμμένη στο ειδικό Μητρώο του άρθρου 13 του π.δ 226/1992. Η ανάθεση του τακτικού ελέγχου και η αμοιβή γι’ αυτόν διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 18 του ιδίου προεδρικού διατάγματος και τις τυχόν ειδικότερες διατάξεις που διέπουν την υποκείμενη στον έλεγχο οικονομική μονάδα».

Άρθρο 2

Οι εκάστοτε αναγκαιούντες πόροι για τη λειτουργία του Εποπτικού Συμβουλίου του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών θα προέρχονται από τους πόρους του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, όπως οι πόροι αυτοί καθορίζονται στο άρθρο 23 του Προεδρικού Διατάγματος υπ’ αριθ. 226/1992.

Άρθρο 3

Η εφαρμογή του παρόντος Προεδρικού Διατάγματος αρχίζει ένα (1) έτος από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Άρθρο 75 Ν. 1969/1991

  1. Ο υποχρεωτικός έλεγχος της οικονομικής διαχειρίσεως ανωνύμων εταιρειών, ιδρυμάτων, οργανισμών, επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων, που απαιτεί αυξημένα προσόντα, ασκείται από ορκωτούς ελεγκτές λογιστές εγγραφόμενους σε ειδικό μητρώο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο κατωτέρω προεδρικό διάταγμα.
  2. Στο ανωτέρω μητρώο εγγράφονται οι ήδη υπηρετούντες ορκωτοί λογιστές, καθώς και όσοι πληρούν τα προσόντα και τις προϋποθέσεις που καθορίζονται με το προεδρικό διάταγμα της παραγράφου 2 του παρόντος.

  3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου, μετά από γνώμη του Ο.Ε.Ε., καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι οργανώσεως και λειτουργίας του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και μητρώου αυτών, ασκήσεως του επαγγέλματος του ορκωτού ελεγκτή λογιστή και εγγραφής του στο ανωτέρω μητρώο, οι όροι συνθέσεως και λειτουργίας, ως και οι αρμοδιότητες του Εποπτικού και του Πειθαρχικού Συμβουλίου του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και της γραμματείας αυτού, οι υποχρεώσεις, τα ασυμβίβαστα και τα κωλύματα, στα οποία υπόκεινται οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές, τα ελάχιστα όρια αμοιβών τους και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.
  4. Με εκδιδόμενο όμοιο διάταγμα προσαρμόζονται οι διατάξεις της νομοθεσίας για τις Α.Ε. και Ε.Π.Ε., προς τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και καθορίζονται οι πόροι του Εποπτικού Συμβουλίου.
  5. 57 «Η εφαρμογή των προεδρικών διαταγμάτων των παραγράφων 2 και 3 του παρόντος άρθρου αρχίζει μετά από ένα (1) έτος από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, οπότε καταργείται κάθε αντίθετη διάταξη της ισχύουσας νομοθεσίας περί του Σώματος των Ορκωτών Λογιστών.
  6. 58 Το προεδρικό διάταγμα, το οποίο εκδίδεται βάσει της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου, διέπεται από τις ακόλουθες βασικές αρχές:

α. Ο θεσμός και τα προσόντα του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή θα διέπονται από τα προβλεπόμενα στην 8η Οδηγία της Ε.Ο.Κ.
β. Εξασφαλίζεται η πλήρης ανεξαρτησία του ελεγκτή από τον ελεγχόμενο.
γ. Κατοχυρώνεται η μη διαπραγμάτευση της αμοιβής μεταξύ ελεγκτή και ελεγχομένου.
δ. Καθιερώνονται αυστηρά ασυμβίβαστα της ιδιότητας του ελεγκτή προς οποιαδήποτε άλλη άμισθη ή έμμισθη απασχόληση».

Άρθρο 18 Ν. 2231/1994

  1. (Με την §1 αντικαταστάθηκαν οι §§ 4 και 5 του άρθρου 75 του ν. 1969/1991)
  2. Οι διατάξεις των παραγράφων 4 και 5 του άρθρου 75 του ν. 1969/1991, όπως αντικαθίστανται από την προηγούμενη παράγραφο 1, αρχίζουν να ισχύουν από την 30ή Οκτωβρίου 1991.
  3. Οι ήδη εγγεγραμμένοι στα προβλεπόμενα από το άρθρο 13 του π.δ. 226/1992 μητρώα του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, εφόσον δεν προέρχονται από τα υπηρετούντα την 30ή Απριλίου 1993 μέλη του Σώματος Ορκωτών Λογιστών, υπόκεινται στις επαγγελματικές εξετάσεις που απαιτούνται από τα άρθρα 10 και 11 του π.δ. 226/1992 μέχρι το διορισμό τους στη βαθμίδα την οποία κατέχουν. Οι εξετάσεις αυτές οργανώνονται από το Εποπτικό Συμβούλιο, το οποίο ορίζει και τις εξεταστικές επιτροπές. Όσοι απέτυχαν ή δεν συμμετείχαν στις ανωτέρω εξετάσεις, διαγράφονται από τα οικεία μητρώα.
  4. 3(α) «Απαλλάσσονται από τις εξετάσεις που ορίζονται από την παράγραφο 3 του άρθρου 18 του ν. 2231/1994 και θεωρούνται νομίμως εγγεγραμμένοι στα προβλεπόμενα από το άρθρο 13 του π.δ. 226/1992 Μητρώα του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών οι κάτοχοι του απαιτούμενου από τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 10 του π.δ. 226/1992 πτυχίου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος, εφόσον έχουν, μέχρι της δημοσιεύσεως του παρόντος, αποδεδειγμένη 18ετή προϋπηρεσία σε ελεγκτικές εργασίες στην Ελλάδα και ήσαν επιφορτισμένοι με το έργο της διενέργειας ελεγκτικών εργασιών στην Ελλάδα κατά την 1η Ιανουαρίου 1989, ή όσοι έχουν αποκτήσει άδεια ασκήσεως επαγγέλματος ορκωτού λογιστή ή ελεγκτή σε άλλο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε μια των εξής χωρών: Η.Π.Α, Καναδά, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία και Νότιο Αφρική και έχουν συμπληρώσει 10ετή προϋπηρεσία σε ελεγκτικές εργασίες εκ των οποίων τρία (3) έτη τουλάχιστον στην Ελλάδα κατά την 1η Ιανουαρίου 1989. Τη συνδρομή των πιο πάνω προϋποθέσεων κρίνει, εντός διμήνου, το Εποπτικό Συμβούλιο του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών.
    Όσοι από τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές των προηγούμενων εδαφίων της παραγράφου αυτής κριθούν από το Εποπτικό Συμβούλιο του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ότι δεν πληρούν τα απαιτούμενα προσόντα, υποβάλλουν τα αποδεικτικά των προσόντων τους έγγραφα για επανάκριση σε τριμελή ειδική επιτροπή, η οποία ορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και αποτελείται από έναν καθηγητή ελεγκτικής ή λογιστικής ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος, έναν εκπρόσωπο του Οικονομικού Επιμελητηρίου και ένα μέλος του Επιστημονικού Συμβουλίου του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών.
    Όσοι από αυτούς κριθούν από την ειδική επιτροπή ότι έχουν τα προσόντα, πλην του χρόνου προϋπηρεσίας, εγγράφονται στη βαθμίδα του Επίκουρου Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή και εξελίσσονται στο βαθμό του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή με μόνη τη συμπλήρωση της προϋπηρεσίας της απαιτούμενης κατά το εδάφιο 3 (α) της παραγράφου αυτής.
    3(β) Οι εγγεγραμμένοι στο προβλεπόμενο από το άρθρο 13 του π.δ. 226/1992 μητρώο Επίκουρων Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, οι οποίοι δεν προέρχονται από τα υπηρετούντα την 30ή Απριλίου 1993 μέλη του Σώματος Ορκωτών Λογιστών, εξελίσσονται στο βαθμό του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή, εφόσον έχουν επιτύχει ή θα επιτύχουν στις επαγγελματικές εξετάσεις των ενοτήτων Γ΄ και Δ΄ του άρθρου 11 του π.δ. 226/1992 και συμπληρώσουν δέκα (10) έτη προϋπηρεσίας σε ελεγκτικές εργασίες. Οι έχοντες περατώσει τις επαγγελματικές εξετάσεις της ενότητας Δ΄ εξελίσσονται στο βαθμό του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή με τη συμπλήρωση δέκα (10) ετών προϋπηρεσίας σε ελεγκτικές εργασίες εκ των οποίων τα τρία (3) στο βαθμό του Επίκουρου.
    3(γ) Όπου από τις κείμενες διατάξεις προβλέπεται τακτικός έλεγχος της οικονομικής διαχείρισης των οικονομικών καταστάσεων των νομικών προσώπων ή επιχειρήσεων του ευρύτερου δημοσίου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, των εισηγμένων στο Χρηματιστήριο εταιρειών, των τραπεζών και των ασφαλιστικών εταιρειών, ένας τουλάχιστον ελεγκτής διορίζεται από το Σώμα Ορκωτών Λογιστών.
    «Η ισχύς της ανωτέρω διατάξεως λήγει την 1.7.1997» (η τελευταία εντός εισαγωγικών φράση προστέθηκε με το άρθρο 12 του Ν. 2330/1995)». 59

  5. Οι εγγεγραμμένοι στα μητρώα Επίκουρων και Δόκιμων Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, οι οποίοι προέρχονται από τα υπηρετούντα την 30ή Απριλίου 1993 μέλη του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, εξελίσσονται στην αμέσως επόμενη βαθμίδα του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή και του Επίκουρου με τη συμπλήρωση, αντίστοιχα, δέκα (10) και επτά (7) τουλάχιστον ετών συνολικής ευδόκιμης υπηρεσίας ως μέλη του Σώματος Ορκωτών Λογιστών και του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, μετά από κρίση του Εποπτικού Συμβουλίου, η οποία βασίζεται, ιδίως, τόσο στα στοιχεία του ατομικού υπηρεσιακού τους φακέλου, που καταρτίστηκε από το Εποπτικό Συμβούλιο του Σώματος Ορκωτών Λογιστών, όσο και σε τεκμηριωμένη γνώμη των Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών υπό την επίβλεψη των οποίων υπηρέτησαν οι κρινόμενοι ύστερα από την 30ή Απριλίου 1993 και με την προϋπόθεση ότι θα έχουν ολοκληρώσει τις προβλεπόμενες από το ν.δ 3329/1955 επαγγελματικές εξετάσεις.
  6. Όπου από τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 3 π.δ. 226/1992 απαιτείται υποχρεωτική χρησιμοποίηση Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, τα αρμόδια όργανα υποχρεούνται να εκλέγουν μία από τις εταιρείες ή κοινοπραξίες ορκωτών ελεγκτών λογιστών, που είναι εγγεγραμμένες στην ιδιαίτερη μερίδα του μητρώου της παραγράφου 5 του άρθρου 13 του π.δ. 226/1992. Η εκλεγόμενη εταιρεία ή κοινοπραξία οφείλει να αναθέτει την ευθύνη του συγκεκριμένου ελέγχου σε έναν τουλάχιστον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή, το όνομα του οποίου, καθώς και οι προϋπολογιζόμενες ώρες πραγματοποίησης του ελέγχου αυτού, γνωστοποιούνται στην προς έλεγχο μονάδα και στο Εποπτικό Συμβούλιο μέσα σε ένα (1) μήνα από την ημέρα εκλογής της εταιρείας ή κοινοπραξίας ορκωτών ελεγκτών λογιστών. Η προσωπική συμμετοχή του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή στον κάθε ανατιθέμενο σε αυτόν υποχρεωτικό έλεγχο δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το 20% του συνολικού χρόνου της απαιτούμενης απασχόλησης στον έλεγχο αυτόν.
  7. Με γενικές ή ειδικές αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (Ε.Λ.Τ.Ε.), μετά από πρόταση του Εποπτικού Συμβουλίου του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ.), καθορίζονται οι ελάχιστες αναγκαίες ώρες για τη διενέργεια των υποχρεωτικών ελέγχων, το ανώτατο όριο ετήσιας απασχόλησης των νόμιμων ελεγκτών και του βοηθητικού προσωπικού τους στους υποχρεωτικούς ελέγχους και τα υποβαλλόμενα στο Σ.Ο.Ε.Λ. στοιχεία της χρήσεως, στην οποία αφορά ο κάθε έλεγχος. Για τον καθορισμό των ελάχιστων αναγκαίων ωρών υποχρεωτικών ελέγχων, λαμβάνονται ιδίως υπόψη αντικειμενικά δεδομένα αναγόμενα κατά περίπτωση στην κατηγορία οντοτήτων ή στην συγκεκριμένη οντότητα, που αναφέρονται στα γενικά χαρακτηριστικά του κλάδου, στην πολυπλοκότητα του αντικειμένου του ελέγχου, στην οργανωτική δομή, στο μέγεθος και στην ιδιαίτερη σημασία της ασκούμενης δραστηριότητας για το δημόσιο συμφέρον. 60
  8. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορίου, μετά από γνώμη του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος, ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την προσαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας περί του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών στις διατάξεις αυτού του άρθρου και προβλέπονται οι αναγκαίες ρυθμίσεις για την ομαλή μετάβαση και λειτουργία του Σώματος Ορκωτών Λογιστών, ως καθαυτό εθνικού ελεγκτικού φορέα, στο νέο θεσμικό πλαίσιο του άρθρου 75 του ν. 1969/1991.
  9. Οι διατάξεις του άρθρου 32 του ν. 2076/1992 (ΦΕΚ 130 Α΄) και των παραγράφων 1 μέχρι και 9 του άρθρου 24 του π.δ. 226/1992 (ΦΕΚ 120 Α΄), όπως τροποποιήθηκαν με το άρθρο 2 του π.δ. 121/1993 (ΦΕΚ 53 Α΄), καταργούνται».

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 24 παρ. 1-9 του Π.Δ. 226/1992

1. Στο κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του παρόντος Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών εγγράφονται αυτοδικαίως οι ήδη υπηρετούντες ορκωτοί λογιστές του Ν.Δ. 3329/1955. Η εγγραφή θα πραγματοποιηθεί με βάση ονομαστική κατάσταση που θα καταρτισθεί από το Εποπτικό Συμβούλιο του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών και θα διαβιβασθεί στο κατά το άρθρο 9 του παρόντος Εποπτικό Συμβούλιο, μέσα σε έξι μήνες από την δημοσίευση του παρόντος.
2. Στο παραπάνω Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών εγγράφονται επίσης, μετά από αίτησή τους που υποβάλλεται μέσα σε έξι μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος και κατόπιν επιτυχούς δοκιμασίας διενεργουμένης κατά τα οριζόμενα στην επόμενη παράγραφο:
α) Οι κάτοχοι πτυχίου ανωτάτων οικονομικών ή εμπορικών ή βιομηχανικών σχολών της ημεδαπής ή ισοτίμου της αλλοδαπής που έχουν την ελληνική ιθαγένεια ή είναι ομογενείς και έχουν συμπληρώσει δεκαπενταετή ελεγκτική πείρα στον οικονομικό, λογιστικό και νομικό τομέα στην Ελλάδα. «Τα εν λόγω πρόσωπα θα πρέπει να ήσαν επιφορτισμένα με το έργο της διενέργειας ελεγκτικών εργασιών στην Ελλάδα κατά την 1 Ιανουαρίου 1989».61
β) Οι Έλληνες και οι υπήκοοι των άλλων κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που 62
(i) έχουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος Ορκωτού Λογιστή ή Ελεγκτή σε άλλο κράτος-μέλος των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και είναι αναγνωρισμένοι Ορκωτοί Λογιστές ή Ελεγκτές σε χώρα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σύμφωνα με τον Πίνακα του Παραρτήματος 3 του παρόντος και
(ii) έχουν συμπληρώσει δεκαετή προϋπηρεσία σε ελεγκτικές εργασίες, εκ των οποίων τριετή τουλάχιστον στην Ελλάδα.
«Οι καταθέσαντες ήδη αιτήσεις εγγραφής στο Μητρώο και ανήκοντες στις κατηγορίες α’ και β’ της προηγούμενης παραγράφου συνοδεύουν αυτήν με αναλυτικό βιογραφικό σημείωμα, περιέχον τους τίτλους σπουδών τους, τα στοιχεία της κτηθείσας πείρας, καθώς και κατάλογο των κυριοτέρων εκτελεσθεισών εργασιών. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου ελεγκτικές εργασίες θεωρούνται εκείνες οι οποίες έγιναν κατά τρόπο συστηματικό και ανεξάρτητο, αποτελούσαν το κύριο αντικείμενο απασχόλησης του υποψηφίου, και έχουν εκτελεσθεί, σε ουσιαστικό βαθμό, σύμφωνα με τα ελεγκτικά Πρότυπα της Διεθνούς Ομοσπονδίας Λογιστών (IFAC) συμπεριλαμβανομένης και της υποχρέωσης της επαρκούς τεκμηρίωσης. Τα φύλλα εργασίας διενεργηθέντων ελέγχων υπό του καταθέτοντος αίτηση προς εγγραφή εις το Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών υποβάλλονται σε εξέταση και αξιολόγηση το αργότερον μέχρι την 27ην Απριλίου 1993 από τριμελή επιτροπή οριζόμενη με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας από μέλη επαγγελματικών οργανώσεων Ορκωτών Ελεγκτών, οι οποίες μετέχουν στην Ευρωπαϊκή Ένωση Λογιστών (Federation des Experts Comptables Europeens). Η εξεταστική επιτροπή δύναται να ζητήσει τις διευκρινίσεις τις οποίες θα κρίνει αναγκαίες υπό του υποβληθέντος αναλυτικού βιογραφικού σημειώματος ή των φύλλων εργασίας. Το πόρισμα της Εξεταστικής Επιτροπής υπόκειται στην έγκριση του Εποπτικού Συμβουλίου του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών, το οποίο διενεργεί την εγγραφή των πληρούντων τις προϋποθέσεις υποψηφίων στο Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών προς άσκηση του επαγγέλματος του Ορκωτού Ελεγκτή από την έναρξη εφαρμογής του παρόντος».63
4. Στο κατά το άρθρο 13 παρ. 1 του παρόντος Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών εγγράφονται μετά από κρίση του Εποπτικού Συμβουλίου με βάση τα στοιχεία του υπηρεσιακού τους φακέλου, οι Βοηθοί Ορκωτοί Λογιστές που έχουν συμπληρώσει 10ετή προϋπηρεσία στο Σώμα Ορκωτών Λογιστών και έχουν ολοκληρώσει τις προβλεπόμενες από το Ν.Δ. 3329/1955 εξετάσεις.
5. Εγγράφονται στο Μητρώο των Επίκουρων Ορκωτών Ελεγκτών:
α) Οι Βοηθοί Ορκωτοί Λογιστές που δεν έχουν συμπληρώσει τον κατά την παράγραφο 4 του παρόντος χρόνο υπηρεσίας ή δεν εγγράφησαν στο Μητρώο Ορκωτών Ελεγκτών κατά τις διατάξεις της παρ. 4 του παρόντος άρθρου.
β) Οι ήδη υπηρετούντες ως δόκιμοι λογιστές Α’ τάξεως που έχουν συμπληρώσει πενταετή υπηρεσία στο Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή 3ετή προϋπηρεσία στο βαθμό του Δοκίμου Ορκωτού Λογιστή Α’ τάξεως.
Οι ανωτέρω εξελίσσονται στο βαθμό του Ορκωτού Ελεγκτή με την συμπλήρωση 10 ετών ελεγκτικής υπηρεσίας μετά από κρίση του Εποπτικού Συμβουλίου με βάση τα στοιχεία του ατομικού υπηρεσιακού τους φακέλου και με την προϋπόθεση ότι έχουν ολοκληρώσει τις προβλεπόμενες εξετάσεις από το Ν.Δ. 3329/1955.

6. Εγγράφονται στο Μητρώο των Επίκουρων Ορκωτών Ελεγκτών επίσης, οι έχοντες τα προσόντα της παραγράφου 2 του παρόντος πλην του χρόνου ελεγκτικής προϋπηρεσίας, εφόσον πάντως ο υπ’ αυτών διανυθείς υπερβαίνει το ήμισυ του ανωτέρω οριζόμενου.
«Η εγγραφή των ανωτέρω γίνεται με αίτησή τους και κατόπιν εξετάσεως των φύλλων εργασίας διενεργηθέντων υπ’ αυτών ελέγχων από την επιτροπή της παραγράφου 3 του παρόντος, και κατά τους όρους αυτής. Οι ανωτέρω για τον διορισμό τους ως Ορκωτών Ελεγκτών υπόκεινται στις εξετάσεις της ενότητας Δ που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 11 του παρόντος».64
7. Εγγράφονται με αίτησή τους στο Μητρώο Δοκίμων Ορκωτών Ελεγκτών όσοι έχουν τα προσόντα της προηγούμενης παραγράφου, πλήν του χρόνου προϋπηρεσίας, καθώς και οι δόκιμοι Β’ τάξεως υποκείμενοι περαιτέρω για την εξέλιξή τους στη βαθμίδα του Επίκουρου στις επαγγελματικές εξετάσεις του Σώματος ως ακολούθως:

Έτη προϋπηρεσίας

 

Επαγγελματικές Εξετάσεις

Μέχρι 3 έτη

 

Ενότητες Α, Β και Γ

Άνω των 3 ετών και μέχρι 4 έτη

 

Ενότητα Β και Γ

Άνω των 4 ετών και μέχρι 5 έτη

 

Ενότητα Γ

Οι ολοκληρώσαντες επιτυχώς τη δοκιμασία ενός από τους τομείς των ανωτέρω ενοτήτων απαλλάσσονται από τη νέα δοκιμασία στον ίδιο τομέα, υποχρεούνται όμως να υποβληθούν στη δοκιμασία των υπολειπομένων τομέων γνώσεων κατά τις διατάξεις του Ν.Δ. 3329/55.
8. Όλες οι υφιστάμενες θέσεις Ορκωτών Λογιστών, βοηθών Ορκωτών Λογιστών και δοκίμων Ορκωτών Λογιστών Α’ και Β’ τάξεως καταργούνται αυτοδικαίως από της αντιστοίχου ημερομηνίας του επομένου της δημοσιεύσεως του παρόντος έτους.
9. Τα μέλη του Σώματος Ορκωτών Λογιστών μπορούν να συγκροτήσουν μια ή περισσότερες εταιρείες ή κοινοπραξίες διεπόμενες από τις διατάξεις του παρόντος.



1 Υπόψη η διάταξη του άρθρου 38 § 3 Ν. 2733/1999 (ΦΕΚ τ. Α΄ 155/1999) που ορίζει τα εξής:
«3. Το Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών (Σ.Ο.Ε.) μετονομάζεται σε Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών (Σ.Ο.Ε.Λ). Όπου σε διατάξεις νόμων υπάρχει αναφορά στο Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών ή σε Ορκωτό Ελεγκτή, νοείται ότι η αναφορά αυτή αφορά στο Σώμα Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών ή σε Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή.»

2 Στο αρχικό κείμενο υπάρχουν οι λέξεις «αποτελεί Ν.Π.Δ.Δ», οι οποίες απαλείφθηκαν με το άρθρο 2 § 1 του π.δ 121/1993.

3 Τίθεται, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 1 του π.δ 341/1997.

4 Με το άρθρο 163 του ν. 3463/2006 ελέγχονται υποχρεωτικά και οι Δήμοι.

5 Αντικαταστάθηκε με το άρθρο 35 του ν. 3693/2008.

6 Όπως ισχύει μετά την ισχύ του ν. 3693/2008.

7 Όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του π.δ. 341/1997

8 Μετά το ν. 3693/2008 δεν υφίστανται πλέον οι βαθμίδες του Επίκουρου και Δόκιμου Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή. Όλοι οι υποψήφιοι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές που ανήκουν στο ελεγκτικό προσωπικό των ελεγκτικών γραφείων καλούνται «Ασκούμενοι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές».

9 Ισχύει το άρθρο 6 του ν. 3148/2003.

10 Όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 3 του π.δ 341/1997.

11 Καταργήθηκε με το άρθρο 3 του ν. 3693/2008.

12 Αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 2 του ν. 3693/2008.

13 Βλ. και άρθρα 2 εδάφιο δ και 5 παρ. 2 του ν. 3148/2003.

14 Βλ. και το άρθρο 2 περ. α του ν. 3148/2003.

15 Ισχύει το άρθρο 19 του ν. 3693/2008.

16 Το σωστό άρθρο είναι το 21 και όχι 20 που προφανώς από παραδρομή έχει τεθεί στο αρχικό κείμενο. Η ως άνω διάταξη τροποποιήθηκε με τον ν. 3693/2008.

17 Όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 3148/2003 (άρθρο 2 εδάφιο α΄ και στ΄ ν. 3148/2003).

18 Βλ. και άρθρα 3 έως 10, 12 και 40 του ν. 3693/2008, καθώς και τις σχετικές κανονιστικές πράξεις της ΕΛΤΕ.

19 Κατά την ορθή ερμηνεία του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3693/2008 απαιτείται, εκτός του απολυτηρίου Λυκείου και επιτυχία στις πανελλήνιες εξετάσεις για εισαγωγή σε ΑΕΙ ή ΤΕΙ της ημεδαπής ή αντιστοίχου της αλλοδαπής.

20 Όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 παρ. 2 του ν. 3148/2003

21 Πρβλ. άρθρο 7 ν. 3693/2008. Για τα εξεταστέα γνωστικά αντικείμενα βλ. άρθρο 8 του ν. 3693/2008

22 Αντικαταστάθηκε με το άρθρο 13 του ν. 3693/2008. Με την απόφαση του Υπουργού Οικονομικών 43491/1331/2.9.2009 (ΦΕΚ 1945/2009 τ. Β΄) ανατέθηκε η τήρηση των διαδικαστικών θεμάτων του Μητρώου στο Σ.Ο.Ε.Λ. Για το σκοπό πιστοποίησης της πρακτικής άσκησης το Σ.Ο.Ε.Λ. τηρεί μητρώο Ασκούμενων Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών.

23 Προστέθηκε με το άρθρο 1 § 10 του π.δ 341/97.

24 Βλ. και άρθρα 12 του ν. 3148/2003 και 20 του ν. 3693/2008.

25 Τα εδάφια 2, 3 και 4 της § 2 του άρθρου 15 προστέθηκαν με το άρθρο 1 § 11 του π.δ 341/1997.

26 Η § 4 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 11 του π.δ. 341/1997.

27 Ισχύει το άρθρο 24 του ν. 3693/2008.

28 Βλέπε και άρθρο 38 § 2 Ν. 2733/1999 (ΦΕΚ τ. Α΄ 155/1999):
«2. Η § 1 του άρθρου 47 του ν. 2065/1992 (ΦΕΚ 113 Α΄), αντικαθίσταται ως εξής:
1. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές που διενεργούν με βάση τις αρχές και κανόνες ελεγκτικής του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών, τον τακτικό έλεγχο ανωνύμων εταιριών σύμφωνα με τις διατάξεις του κ.ν 2190/1920 όπως ισχύει κάθε φορά ή άλλους νόμους, υποχρεούνται να αναγράφουν στα οικεία πιστοποιητικά ελέγχου τις ουσιώδεις επιδράσεις παραβάσεων της φορολογικής νομοθεσίας, οι οποίες έχουν σημαντική επίπτωση στις οικονομικές καταστάσεις, τις οποίες διαπιστώνουν κατά τον έλεγχο τους».
Επίσης βλ. άρθρο 14 § 25 Ν. 2166/1993 (ΦΕΚ τ. Α΄ 137/1993): «25. Οι Ορκωτοί Ελεγκτές Λογιστές, οι οποίοι κατά νόμο ασκούν τον έλεγχο της οικονομικής διαχείρισης και των οικονομικών καταστάσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και των εποπτευόμενων από την Τράπεζα της Ελλάδος χρηματοδοτικών ιδρυμάτων, υποχρεούνται κατά τη διάρκεια των ελέγχων, να γνωστοποιούν αμέσως στην Τράπεζα της Ελλάδος κάθε στοιχείο ή πληροφορία που περιέρχεται σε γνώση τους και είτε έχει σημαντικές επιπτώσεις στη φερεγγυότητα και την εν γένει κεφαλαιακή επάρκεια των ιδρυμάτων αυτών είτε είναι δυνατόν να επηρεάσει την αξιολόγηση από την Τράπεζα της Ελλάδος της αποτελεσματικότητας των συστημάτων εσωτερικού ελέγχου και της καταλληλότητας των μετόχων που κατέχουν ειδική συμμετοχή και των προσώπων που ασκούν τη διοίκηση των πιστωτικών ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων. Οι έννοιες πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα και ειδική συμμετοχή προσδιορίζονται στο άρθρο 2 του ν. 2076/1992».
Επίσης πρβλ. άρθρο 17 παρ. 3 ν. 3842/2010 (ΦΕΚ 58/2010 τεύχος Α΄), με το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 82 του Κ.Φ.Ε. Σχετ. ΠΟΛ 1135/4.10.2010.

29 Το πρώτο εδάφιο της § 1 του άρθρου 17 τίθεται, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 12 του π.δ 341/1997.
Βλέπε και άρθρο 38 § 1 Ν. 2733/1999 (ΦΕΚ τ. Α΄ 155/1999) που ορίζει τα εξής:
«1. Στα Μητρώα του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών Λογιστών εγγράφεται και κάθε ελεγκτική εταιρεία που το σύνολο των κοινών μετά ψήφου μετοχών της είναι ονομαστικές και κατέχεται από μία ή περισσότερες εταιρείες της παραγράφου 1 του άρθρου 17 του π.δ 226/1992, όπως ισχύει εκάστοτε».

30 Ισχύει το άρθρο 3 παρ. 4 του ν. 3693/2008.

31 Η περίπτ. γ΄ προστέθηκε στην § 1 του άρθρου 17 με το άρθρο 1 § 12 Π.Δ 341/1997

32 Η περίπτ. δ΄ προστέθηκε στην § 1 του άρθρου 17 με το άρθρο 1 § 12 Π.Δ 341/1997

33 Το άρθρο 18 τίθεται, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 13 του π.δ 341/97. Βλέπε και άρθρο 3 § 2 του π.δ 341/97 που έχει ως εξής: «Η διάταξη της παραγράφου 2, περιπτώσεις α΄ και γ΄, του άρθρου 18 του π.δ 226/1992, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με την § 13 του άρθρου 1 του παρόντος , αρχίζουν να εφαρμόζονται για κάθε τακτικό έλεγχο που αναλαμβάνεται μετά την 31η Δεκεμβρίου 1997».

34 Καταργήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3919/2011

35 Ισχύει το άρθρο 38 παρ. 2 και 3 του ν. 3693/2008

36 Προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 3919/2011

37 Οι περιπτώσεις β και γ τίθενται, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 3919/2011.

38 Τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 4 του ν. 3919/2011.

39 Ισχύει το άρθρο 29 του ν. 3693/2008.

40 Το άρθρο 20 του Π.Δ. 226/1992 καταργήθηκε με το άρθρο 13 παρ. 5 του ν. 3148/2003. Για τον πειθαρχικό έλεγχο ισχύει το άρθρο 6 του ν. 3148/2003.

41 Βλ. και άρθρο 5 του ν. 3693/2008.

42 Όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 16 του π.δ 341/1997.

43 Όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 16 του π.δ 341/1997.

44 Όπως αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 1 και 2 του άρθρου 22 του Π.Δ. 226/1992 (ΦΕΚ 120 Α΄) με την παρ. 5 του άρθρου 16 του ν. 3470/2006.

45 Η § 3 του άρθρου 22 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 17 του π.δ 341/1997.

46 Μετά την κατάργηση των βαθμίδων ισχύει μόνο για τους ασκούμενους Ο.Ε.Λ.

47 Η § 1 του άρθρου 23 τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 18 του π.δ 341/1997.

48 Το εδάφιο α΄ της παρ. 1 του άρθρου 23 τίθεται ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 2 του ν. 3148/2003.

49 πρβλ. σχετικές αποφάσεις του Εποπτικού Συμβουλίου κατά τις συνεδριάσεις Γ131/10/17.4.2003 και Δ57/1/8.9.2004.

50 Η παράγραφος 4 του άρθρου 23 προστέθηκε με το άρθρο 1 § 19 του π.δ 341/1997.

51 Οι διατάξεις των §§ 1-9 του άρθρου 24 του π.δ 226/92, όπως είχαν τροποποιηθεί με το άρθρο 2 του π.δ 121/93, καταργήθηκαν με το άρθρο 18 § 8 του Ν. 2231/94.

52 Όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 § 20 π.δ 341/1997. Βλ. και άρθρο 4 του ν. 3693/2008.

53 Η διάταξη της περιπτ. 5 δεν εφαρμόζεται. Επιτρέπεται η παράσταση δικηγόρου.

54 Η ισχύς του π.δ 226/1992 άρχισε την 1η Μαΐου 1993 σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 32 § 2 του ν. 2076/1992. Ολόκληρο το άρθρο 32 καταργήθηκε με το άρθρο 18 § 8 του ν.2231/1994.

55 Όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του π.δ 341/1997.

56 Η ισχύς του π.δ 226/1992 άρχισε την 1η Μαΐου 1993 σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 32 § 2 του Ν. 2076/1992. Ολόκληρο το άρθρο 32 καταργήθηκε με το άρθρο 18 § 8 του Ν. 2231/1994.

57 Οι §§ 4 και 5 τίθενται, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 18 § 1 του Ν. 2231/1994.
Προηγουμένως είχαν αντικατασταθεί με το άρθρο 32 του ν. 2076/1992, το οποίο καταργήθηκε με την § 8 του άρθρου 18 του Ν. 2231/1994.

59 Οι §§ 3 α, 3 β και 3 γ προστέθηκαν με το άρθρο τρίτο § 2 του Ν. 2257/1994.

60 Τίθεται όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3919/2011

51 Η εντός «» φράση προστέθηκε ως άνω με το άρθρο 2, παρ. 3 του Π.Δ. 121/1993 (Α 53)
Κατά το άρθρο 2, παρ. 3 του Π.Δ. 121/1993 (Α 53): «Στην περίπτωση α) της παραγράφου 2 του άρθρου 24 περιλαμβάνονται και οι υπήκοοι των άλλων κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων».

62 Κατά το άρθρο 2, παρ. 4 του Π.Δ. 121/1993 (Α 53): «Στην περίπτωση β της παραγράφου 2 του άρθρου 24 περιλαμβάνονται και οι Έλληνες ή ομογενείς ή υπήκοοι λοιπών κρατών μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που έχουν άδεια ασκήσεως επαγγέλματος Ορκωτού Λογιστή ή Ελεγκτή σε μια των εξής χωρών: Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, Καναδάς, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία και Νότιος Αφρική».
Κατά το άρθρο 31 του Ν. 2093/1992 (ΦΕΚ Α 181): «1. Στην περίπτωση β της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του π.δ. 226/1992 (ΦΕΚ 120 Α’) περιλαμβάνονται και οι αλλοδαποί ομογενείς».

63 Ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2, παρ. 7 του Π.Δ. 121/1993 (Α 53)

64 Ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2, παρ. 8 του Π.Δ. 121/1993